Μερικές φορές δεν ξέρεις αν διαβάζεις μύθο ή αν κοιτάς κάτι που συνέβη πραγματικά πριν από χιλιάδες χρόνια. Ο Δαβίδ και ο Γολιάθ είναι μία από αυτές τις ιστορίες που στέκονται κάπου ανάμεσα στην πίστη, την ιστορία και τον συμβολισμό.
Ο Γολιάθ δεν παρουσιάζεται απλώς σαν ένας μεγαλόσωμος πολεμιστής. Παρουσιάζεται σαν ο ίδιος ο φόβος. Ένας άνθρωπος τόσο επιβλητικός που ολόκληρος στρατός παγώνει μόνο και μόνο στη θέα του. Πανοπλία, δύναμη, εμπειρία πολέμου, βεβαιότητα ότι κανείς δεν μπορεί να τον ακουμπήσει.
Απέναντί του εμφανίζεται ο Δαβίδ. Ένα παιδί σχεδόν. Όχι στρατιώτης. Όχι ήρωας βγαλμένος από επικό στρατό. Ποιμένας. Άνθρωπος που δεν ανήκει καν στον κόσμο του πολέμου.
Το πιο σημαντικό σημείο της ιστορίας ίσως να είναι εκεί όπου του δίνουν πανοπλία για να μοιάσει με πολεμιστή και δεν μπορεί ούτε να περπατήσει μέσα της. Τη βγάζει. Παραμένει αυτό που είναι.
Μία σφεντόνα. Μία πέτρα. Μία στιγμή.
Ο γίγαντας πέφτει όχι επειδή ο Δαβίδ έγινε ισχυρότερος από εκείνον αλλά επειδή αρνήθηκε να παίξει το παιχνίδι με τους δικούς του όρους.
Ιστορικά υπήρχαν πράγματι πολεμιστές τεράστιου αναστήματος εκείνη την εποχή. Υπήρχαν επίσης σφενδονιστές που μπορούσαν να σκοτώσουν από μεγάλη απόσταση με ακρίβεια που σήμερα μοιάζει απίστευτη. Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία δεν βρίσκεται εντελώς έξω από τα όρια της πραγματικότητας.
Η πραγματική δύναμη όμως της αφήγησης δεν βρίσκεται στο αν αποδείχθηκε ποτέ. Βρίσκεται στο ότι κάθε εποχή γεννά τους δικούς της Γολιάθ.
Άλλοτε είναι αυτοκρατορίες. Άλλοτε εξουσίες. Άλλοτε φόβοι. Άλλοτε ο ίδιος σου ο εαυτός.
Κάπου πάντα εμφανίζεται ένας άνθρωπος που μοιάζει αδύναμος μέχρι τη στιγμή που αποφασίζει να σταθεί απέναντι. Εκεί αλλάζουν όλα.
Ίσως τελικά για αυτό τέτοιες ιστορίες δεν πέθαναν ποτέ. Οι άνθρωποι δεν ψάχνουν μόνο αν συνέβησαν. Ψάχνουν αν μπορούν να συμβούν ξανά.

