Η θέση μας είναι ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται καμία παρερμηνεία: η αφαίρεση της ζωής ενός ανθρώπου αποτελεί το μεγαλύτερο ανθρώπινο παράπτωμα. Καμία ιδεολογία, καμία πολιτική σύγκρουση, καμία επαναστατική αφήγηση και καμία ιστορική περίσταση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκτέλεση ενός ανθρώπου.
Η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο βαριές πολιτικές πληγές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Όχι μόνο λόγω της ίδιας της πράξης, αλλά γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δεν κατάφερε ποτέ να την εντάξει πλήρως στη λογική που μέχρι τότε παρουσίαζε η 17 Νοέμβρη.
Η 17 Νοέμβρη είχε χτίσει την εικόνα μιας οργάνωσης που στρεφόταν απέναντι σε συγκεκριμένους κρατικούς, αμερικανικούς ή κατασταλτικούς στόχους. Είτε συμφωνούσε είτε διαφωνούσε κάποιος με τη ρητορική της, υπήρχε ένας άξονας μέσα στον οποίο επιχειρούσε να τοποθετήσει τις πράξεις της.
Η περίπτωση του Μπακογιάννη όμως έμοιαζε διαφορετική.
Ο Παύλος Μπακογιάννης δεν είχε δημόσια εικόνα ανθρώπου που εξέφραζε την ακραία όψη της εξουσίας. Αντιθέτως, εκείνη την εποχή πολλοί τον έβλεπαν ως μία από τις ελάχιστες πολιτικές φωνές που επιχειρούσαν να ρίξουν τους τόνους σε μια Ελλάδα βαθιά τραυματισμένη από δεκαετίες διχασμού. Είχε ζήσει τη δικτατορία, είχε περάσει από τη δημοσιογραφία, είχε πολιτική σκέψη ευρωπαϊκού τύπου και εξέφραζε ανοιχτά την ανάγκη εθνικής συνεννόησης.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και το ιστορικό βάρος της δολοφονίας.
Για πολλούς Έλληνες, εκείνο το πρωινό της 26ης Σεπτεμβρίου 1989 δεν δολοφονήθηκε απλώς ένας πολιτικός. Δολοφονήθηκε η ιδέα ότι αυτή η χώρα μπορούσε ίσως να αφήσει πίσω της ένα κομμάτι του εμφυλιοπολεμικού της DNA.
Η ίδια η 17 Νοέμβρη προσπάθησε μέσω της προκήρυξής της να αιτιολογήσει πολιτικά την πράξη. Παρουσίασε τον Μπακογιάννη ως μέρος ενός συνολικού πολιτικού συστήματος που θεωρούσε υπεύθυνο για διαπλοκή, εξάρτηση και χειραγώγηση της κοινωνίας. Μέσα στη δική της ιδεολογικής ανάγνωση δεν υπήρχαν “μετριοπαθείς” ή “γεφυροποιοί”. Υπήρχε ένα ενιαίο πολιτικό οικοδόμημα που έπρεπε να χτυπηθεί.
Όμως ακόμη και έτσι, η συγκεκριμένη δολοφονία δεν έγινε ποτέ πλήρως κατανοητή από την κοινωνία. Δεν δημιούργησε πολιτική “κατανόηση”, ούτε καν σε ανθρώπους που εκείνη την εποχή προσπαθούσαν να αναλύσουν την τρομοκρατία με ιδεολογικούς όρους. Αντίθετα, άφησε πίσω της ένα αίσθημα ότι κάτι είχε βγει εκτός άξονα.
Η μετέπειτα δίκη της 17 Νοέμβρη έδωσε δικαστικές απαντήσεις. Το δικαστήριο κατέληξε σε συγκεκριμένες καταδίκες και απέδωσε ρόλους σε πρόσωπα της οργάνωσης. Παρ’ όλα αυτά, ένα διαφορετικό ερώτημα παρέμεινε ανοιχτό μέσα στην κοινωνία: όχι μόνο ποιος εκτέλεσε ή ποιος συμμετείχε, αλλά γιατί επιλέχθηκε αυτή η πράξη και τι πραγματικά συμβόλιζε.
Ορισμένες υποθέσεις κλείνουν νομικά. Άλλες όμως κλείνουν μόνο όταν μια κοινωνία αποκτήσει καθαρή εικόνα για το ιστορικό, πολιτικό και ηθικό τους αποτύπωμα.
Η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Γιατί ακόμη και σήμερα, δεκαετίες μετά, η αίσθηση που έχει μείνει σε πολλούς δεν είναι μόνο ότι χάθηκε ένας άνθρωπος. Είναι ότι εκείνη τη μέρα χτυπήθηκε η ίδια η πιθανότητα ενότητας σε μια χώρα που ιστορικά δυσκολεύτηκε όσο λίγες να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της.

