Υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν σήμερα για «παράδοση» χωρίς να έχουν ζήσει ούτε μία στιγμή από αυτό που πραγματικά σήμαινε η λέξη στις γειτονιές της Ελλάδας.
Η παράδοση αυτού του τόπου δεν ήταν ο φόβος.
Δεν ήταν το να κοιτάς αλλού.
Δεν ήταν το να σκύβεις το κεφάλι όταν έβλεπες έναν αδύναμο να πιέζεται.
Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας υπήρχαν ακόμα στις γειτονιές άνθρωποι που μπορεί να μην είχαν τίτλους, κόμματα ή δημόσιο λόγο, αλλά είχαν έναν δικό τους κώδικα. Στην Κυψέλη, από την Quida μέχρι το Select, κυκλοφορούσαν τα «αερικά» της περιοχής. Άνθρωποι λαϊκοί, αληθινοί μάγκες της παλιάς Αθήνας, που μπορεί να είχαν χίλια ελαττώματα αλλά δεν έκαναν τα στραβά μάτια όταν έβλεπαν αδικία.
Δεν μπορούσες εύκολα να πειράξεις γυναίκα στην πλατεία.
Δεν μπορούσες να εξευτελίσεις αδύναμο άνθρωπο χωρίς να υπάρξει αντίδραση.
Και αν ήσουν πραγματικά άτυχος, μπορεί να έπεφτες πάνω στον «Λαϊκό». Μια λάθος κουβέντα απέναντι σε κάποιον αδύναμο μπορούσε να ανοίξει ιστορίες, γιατί τότε υπήρχε ακόμα η αντίληψη ότι η γειτονιά έχει ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο.
Αυτή ήταν επίσης η ελληνική παράδοση.
Όχι μόνο οι σημαίες, τα συνθήματα και οι τηλεοπτικές κορώνες.
Γι’ αυτό καλό είναι όσοι επικαλούνται σήμερα την «παράδοση» να είναι πιο προσεκτικοί όταν μιλούν για κοινωνικούς αγώνες και ανθρώπους που παρεμβαίνουν δημόσια απέναντι σε αυτό που θεωρούν άδικο.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τον Ρουβίκωνα. Αυτό είναι δικαίωμα του καθενός. Όμως σε πολλές παρεμβάσεις του υπάρχει κάτι που θυμίζει μια παλιά ελληνική πραγματικότητα: ότι κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν πως η αδικία δεν αντιμετωπίζεται με αδιαφορία.
Και αυτό, είτε αρέσει είτε όχι σε κάποιους, είναι επίσης κομμάτι της ελληνικής παράδοσης.

