Υπάρχουν πολιτικές ομιλίες που γίνονται για την επικαιρότητα.
Και υπάρχουν ομιλίες που μοιάζουν να γράφονται για να μείνουν πίσω ως πολιτικό αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής.
Η σημερινή παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Όσοι περίμεναν μια συνηθισμένη κομματική τοποθέτηση ή μία ακόμα εσωτερική γκρίνια απέναντι στην κυβέρνηση μάλλον δεν κατάλαβαν τι ακριβώς παρακολούθησαν. Γιατί η ομιλία του Καραμανλή ήταν τόσο πυκνή νοηματικά, τόσο γεμάτη πολιτικά και γεωπολιτικά μηνύματα, που δύσκολα μπορεί να αναλυθεί σε μία πρώτη ανάγνωση.
Και ίσως αυτό να ήταν ακριβώς το ζητούμενο.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν εμφανίστηκε ως “αντιπολιτευόμενος” απέναντι στην κυβέρνηση. Εμφανίστηκε σαν άνθρωπος που θεωρεί ότι η χώρα μπαίνει σε περίοδο ιστορικής αστάθειας και ότι οφείλει να καταγραφεί δημόσια μια διαφορετική ανάγνωση των πραγμάτων πριν οι εξελίξεις γίνουν μη αναστρέψιμες.
Η αναφορά του στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας ήταν ίσως το πιο βαρύ σημείο της παρέμβασης. Ο Καραμανλής δεν δίστασε να αφήσει σαφώς να εννοηθεί ότι η εμμονή για ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ υπήρξε μέρος της πορείας που οδήγησε στη σύγκρουση. Πρόκειται για τοποθέτηση που αποκλίνει αισθητά από το κυρίαρχο δυτικό αφήγημα και αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν διατυπώνεται από έναν πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδας και όχι από κάποιον περιθωριακό σχολιαστή του διαδικτύου.
Το ίδιο καθαρό ήταν και το μήνυμα απέναντι στην Τουρκία.
Ο Καραμανλής έδειξε να απορρίπτει έμμεσα τη λογική της παθητικής αναμονής “βοήθειας” από εταίρους και συμμάχους, περνώντας τη θέση ότι η Ελλάδα οφείλει πρωτίστως να στηρίζεται στη δική της στρατηγική αντίληψη και αποτρεπτική σοβαρότητα. Χωρίς κραυγές. Χωρίς επικοινωνιακές υπερβολές. Αλλά και χωρίς αυταπάτες.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε επίσης η αναφορά του στον αντισυστημικό παράγοντα.
Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ένας πρώην πρωθυπουργός έδειξε να αναγνωρίζει ανοιχτά ότι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας έχει αποκοπεί πλήρως από την εμπιστοσύνη προς το πολιτικό, οικονομικό και επικοινωνιακό σύστημα της χώρας. Και το σημαντικότερο: δεν αντιμετώπισε αυτό το ρεύμα ως “παρέκκλιση” ή ως γραφικότητα, αλλά ως πραγματικό κοινωνικό σύμπτωμα βαθιάς απογοήτευσης.
Και όμως, παρά το βάρος όσων είπε, ο Καραμανλής απέφυγε συνειδητά να μετατρέψει την παρέμβασή του σε εσωτερική πολιτική επίθεση.
Δεν αναζήτησε εικόνα διάσπασης.
Δεν επένδυσε στον εσωτερικό θόρυβο.
Δεν λειτούργησε σαν άνθρωπος που θέλει να κάψει γέφυρες.
Αντίθετα, κράτησε μέχρι τέλους θεσμικό προφίλ, σαν να θεωρεί ότι η χώρα εισέρχεται σε περίοδο κατά την οποία η εσωτερική αποσταθεροποίηση μπορεί να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη με τις εξωτερικές πιέσεις.
Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται η πραγματική βαρύτητα της σημερινής του παρουσίας.
Γιατί αυτή δεν έμοιαζε με ομιλία ανθρώπου που ήθελε απλώς να σχολιάσει τις εξελίξεις.
Έμοιαζε με ομιλία ανθρώπου που θεωρεί ότι οι εξελίξεις έχουν ήδη αρχίσει.

