Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: καμία πολιτική ή ιδεολογική διαφορά δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αφαίρεση ανθρώπινης ζωής. Όμως ακριβώς επειδή μιλάμε για πολιτικές δολοφονίες, μια κοινωνία έχει υποχρέωση να αναζητά καθαρή εικόνα και όχι να αρκείται σε μισές απαντήσεις.
Η δολοφονία του Τζώρτζη Αθανασιάδη παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις της μεταπολίτευσης. Όχι μόνο επειδή δεν εξιχνιάστηκε ποτέ πλήρως, αλλά γιατί γύρω της δημιουργήθηκε από την πρώτη στιγμή ένα πέπλο αντιφάσεων.
Το πιο χαρακτηριστικό σημείο ήταν η ιστορία με την ανάληψη ευθύνης.
Αρχικά εμφανίστηκε η οργάνωση «Αντιστρατιωτική Πάλη» να συνδέεται με τη δολοφονία. Σχεδόν αμέσως όμως υπήρξε άρνηση εμπλοκής. Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα.
Οι οργανώσεις της άκρας αριστεράς εκείνης της περιόδου δεν λειτουργούσαν με λογική απόκρυψης της πολιτικής ταυτότητας των χτυπημάτων τους. Το ακριβώς αντίθετο. Η ανάληψη ευθύνης αποτελούσε κομμάτι της ίδιας της ύπαρξής τους. Ήθελαν να φαίνεται ποιος χτύπησε, γιατί χτύπησε και ποιο πολιτικό μήνυμα ήθελε να περάσει.
Η προκήρυξη ήταν σχεδόν εξίσου σημαντική με την ίδια την ενέργεια.
Γι’ αυτό και η υπόθεση Αθανασιάδη δημιούργησε από τότε δυσπιστία. Όταν μια οργάνωση εμφανίζεται να αναλαμβάνει ένα τόσο βαρύ χτύπημα και στη συνέχεια αποστασιοποιείται, γεννιούνται ερωτήματα που δεν σβήνουν εύκολα.
Ποιος τελικά μιλούσε εξ ονόματός της;
Υπήρχε πραγματική εμπλοκή ή χρησιμοποιήθηκε το όνομά της;
Υπήρχαν εσωτερικές διαφωνίες;
Ή μήπως κάποιοι επιχείρησαν να θολώσουν την εικόνα μέσα σε μια ήδη εκρηκτική εποχή;
Μέσα σε αυτή τη σκοτεινή διαδρομή εμφανίζεται και το όνομα του Χρήστου Τσουτσουβή. Μια μορφή που ακόμη και σήμερα παραμένει αμφιλεγόμενη και φορτισμένη.
Ο Τσουτσουβής δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος “ήπιου” ένοπλου λόγου. Αντιθέτως, εξέφραζε την πιο συγκρουσιακή και στρατιωτικοποιημένη πλευρά του αντάρτικου πόλης. Όμως γύρω από τον θάνατό του επίσης δημιουργήθηκαν σκιές που δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά.
Η εικόνα του νεκρού σώματός του μετά τη συμπλοκή στου Γκύζη, με τραύματα στην πλάτη, γέννησε αμέσως την αίσθηση σε πολλούς ότι ίσως δεν επρόκειτο απλώς για μια “καθαρή ανταλλαγή πυρών”. Από τότε μέχρι σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι ο Τσουτσουβής είτε αδικήθηκε ιστορικά είτε έκλεισε οριστικά το στόμα του μέσα σε μια εποχή όπου πάρα πολλά πράγματα έπρεπε να μείνουν θαμμένα.
Αποδείξεις για κάτι τέτοιο δεν παρουσιάστηκαν ποτέ. Όμως και η πλήρης διαύγεια δεν ήρθε ποτέ.
Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο για μια δημοκρατία.
Όταν οι υποθέσεις μένουν μισοφωτισμένες, όταν υπάρχουν προκηρύξεις που αμφισβητούνται, οργανώσεις που αρνούνται χτυπήματα και θάνατοι που αφήνουν πίσω τους περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις, τότε η κοινωνία δεν αισθάνεται ότι έμαθε την αλήθεια. Αισθάνεται ότι κοίταξε μόνο ένα κομμάτι της.

