Η πρόσφατη παρουσίαση της Apple αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως ακόμη ένα επεισόδιο στον πόλεμο της τεχνητής νοημοσύνης. Μία νέα λειτουργία, ένα νέο εργαλείο, μία ακόμη προσπάθεια να μη μείνει πίσω απέναντι στον ανταγωνισμό.
Ίσως όμως για πρώτη φορά το πραγματικό θέμα να μην είναι η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη.
Μέχρι σήμερα ο χρήστης επέλεγε να ανοίξει μία εφαρμογή. Επέλεγε να χρησιμοποιήσει μία υπηρεσία. Υπήρχε, έστω και θεωρητικά, ένας διαχωρισμός ανάμεσα στο λειτουργικό σύστημα και στα εργαλεία που χρησιμοποιούσε μέσα σε αυτό. Με τις νέες κατευθύνσεις που παρουσιάζονται διεθνώς, αυτός ο διαχωρισμός αρχίζει να εξαφανίζεται.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν βρίσκεται πλέον έξω από το λειτουργικό σύστημα. Εγκαθίσταται στον πυρήνα του.
Κάπου εδώ γεννιέται ένα ερώτημα που συζητείται πολύ λιγότερο από όσο θα έπρεπε.
Όταν ένα σύστημα αποκτά πρόσβαση στα μηνύματα, στα email, στις επαφές, στις φωτογραφίες, στα αρχεία, στο ημερολόγιο, στις συνήθειες και στις καθημερινές επιλογές ενός ανθρώπου, τότε η συζήτηση δεν αφορά μόνο την ευκολία. Αφορά την αρχιτεκτονική της εξουσίας μέσα στον ψηφιακό κόσμο.
Η Apple διαβεβαιώνει ότι η προστασία της ιδιωτικότητας αποτελεί βασική προτεραιότητα και ότι μεγάλο μέρος της επεξεργασίας θα πραγματοποιείται τοπικά στη συσκευή. Ακόμη όμως και αν δεχθεί κανείς ότι οι προθέσεις είναι οι καλύτερες δυνατές, το βασικό ερώτημα παραμένει.
Τι συμβαίνει όταν συγκεντρώνεται τόσο μεγάλη δυνατότητα πρόσβασης σε ένα και μόνο σημείο;
Η ιστορία της τεχνολογίας έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι τα προβλήματα δεν εμφανίζονται μόνο από κακή πρόθεση. Εμφανίζονται από λάθη. Από παραλείψεις. Από σφάλματα λογισμικού. Από κενά ασφαλείας που κανείς δεν είχε προβλέψει. Όσο αυξάνεται η πολυπλοκότητα ενός συστήματος, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες να συμβεί κάτι που δεν υπήρχε στα αρχικά σχέδια.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην επιχειρηματική αντιπαράθεση μεταξύ τεχνολογικών κολοσσών.
Αυτό που βλέπουμε μπροστά μας είναι κάτι ευρύτερο.
Ένας ανταγωνισμός για το ποιος θα αποκτήσει τη βαθύτερη δυνατή ενσωμάτωση στην καθημερινότητα του ανθρώπου.
Ποιος θα διαβάζει περισσότερο. Ποιος θα γνωρίζει περισσότερα. Ποιος θα προβλέπει περισσότερα. Ποιος θα μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό του χρήστη σε όλο και περισσότερους τομείς της ζωής του.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ανησυχία.
Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς θεωρίες συνωμοσίας για να διαπιστώσει ότι η συζήτηση έχει αρχίσει να ξεπερνά τα όρια του απλού επιχειρηματικού ανταγωνισμού. Όταν η τεχνολογία αποκτά πρόσβαση σε ολοένα και περισσότερες πτυχές της ανθρώπινης ζωής, είναι απολύτως λογικό να αναρωτηθεί κανείς αν οι συνέπειες αυτής της κούρσας θα περιοριστούν μόνο στην αγορά.
Όπως έγραψα σε μια συζήτηση που προηγήθηκε, «η εξέλιξη αρχίζει να δείχνει σημάδια ότι έχει παρελκόμενους στόχους». Η φράση αυτή δεν αποτελεί κατηγορία. Δεν αποδίδει πρόθεση σε κανέναν. Δεν ισχυρίζεται ότι γνωρίζουμε πού οδηγεί αυτή η πορεία.
Αποτελεί όμως μία παρατήρηση.
Διότι όταν το εύρος της υποδομής που δημιουργείται είναι πολύ μεγαλύτερο από το πρόβλημα που υποτίθεται ότι λύνει, τότε η κοινωνία οφείλει να θέσει ερωτήματα πριν βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει τεράστια οφέλη. Μπορεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα, την πρόσβαση στη γνώση και την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να γίνει τώρα.
Όχι όταν θα είναι αργά.
Γιατί όσο οι μεγαλύτερες εταιρείες του πλανήτη ανταγωνίζονται για το ποια θα αποκτήσει την πληρέστερη εικόνα της ζωής μας, τόσο λιγότερο μπορούμε να αντιμετωπίζουμε αυτή την κούρσα ως μία απλή τεχνολογική εξέλιξη.
Κάποια στιγμή ο ανταγωνισμός παύει να είναι απλώς ανταγωνισμός.
Και αρχίζει να γίνεται ζήτημα που αφορά ολόκληρη την κοινωνία.

