Ένας λαός που βγήκε στους δρόμους και στάθηκε απέναντι σε τανκς πιστεύοντας ότι υπερασπίζεται τη δημοκρατία και τη σταθερότητα της χώρας του, κινδυνεύει σήμερα να βρεθεί ξανά μέσα σε μια μεγάλη περιπέτεια. Όχι γιατί το θέλει ο ίδιος, αλλά γιατί ένας ηγέτης δείχνει ολοένα και περισσότερο αποφασισμένος να αφήσει το όνομά του στην Ιστορία με κάθε κόστος.
Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν λειτούργησε σαν άνθρωπος που απλώς επιβίωσε πολιτικά. Λειτούργησε σαν άνθρωπος που πίστεψε ότι απέκτησε ιστορική αποστολή. Από εκείνο το σημείο και μετά, η Τουρκία μπήκε όλο και βαθύτερα σε μια λογική επίδειξης ισχύος, νεο-οθωμανικής ρητορικής και διαρκούς έντασης με τους γείτονές της.
Το πρόβλημα δεν είναι ο τουρκικός λαός…ποτέ δεν ήταν. Ο απλός Τούρκος πολίτης παλεύει με την ακρίβεια, την ανασφάλεια, την οικονομική πίεση και τον φόβο για το αύριο. Όπως ακριβώς και ο απλός Έλληνας πολίτης δεν θέλει να ζει διαρκώς με την αγωνία μιας κρίσης στο Αιγαίο ή μιας νέας γεωπολιτικής τρέλας.
Οι δύο λαοί δεν έχουν τίποτα ουσιαστικό να χωρίσουν. Κουβαλούν δεκαετίες έντασης που συντηρούνται πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά. Και κάθε φορά που η ένταση ανεβαίνει, αυτοί που πληρώνουν το τίμημα δεν είναι ποτέ οι ηγεσίες. Είναι οι άνθρωποι.
Το πραγματικά επικίνδυνο σημείο αρχίζει όταν ένας ηγέτης παύει να κυβερνά με μέτρο και αρχίζει να κυνηγά την υστεροφημία του. Όταν η ανάγκη να “γράψει Ιστορία” γίνεται ισχυρότερη από την ανάγκη να κρατήσει μια περιοχή ήρεμη.
Η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια έχουν ήδη πληρώσει ακριβά ανθρώπους που πίστεψαν ότι είναι “εκλεκτοί της Ιστορίας”. Και συνήθως, όταν τελειώνει ο θόρυβος των μεγάλων οραμάτων, αυτό που μένει πίσω είναι λαοί κουρασμένοι, φτωχότεροι και βαθιά πληγωμένοι.

