Αναφορές και δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών κάνουν λόγο για ξένα συμφέροντα που αποκτούν γη και τουριστικές μονάδες στη Θράκη μέσω εταιρικών σχημάτων και ενδιάμεσων εταιρειών. Οι πληροφορίες αυτές, εφόσον ισχύουν, οφείλουν να διερευνηθούν σοβαρά από την Πολιτεία, ιδιαίτερα όταν αφορούν παραμεθόριες περιοχές με ειδικό γεωπολιτικό βάρος.
Υπάρχει όμως ένα κρίσιμο σημείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η δημόσια συζήτηση μοιάζει να εστιάζει κυρίως στο αν πίσω από ορισμένες εταιρείες βρίσκονται τουρκικά συμφέροντα. Και εδώ ακριβώς γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα:
Το πρόβλημα είναι ότι πρόκειται για Τούρκους ή ότι πρόκειται γενικά για ξένα συμφέροντα που αποκτούν στρατηγική παρουσία στην ελληνική γη;
Γιατί αν μιλήσουμε με ειλικρίνεια, μεγάλο μέρος της ελληνικής τουριστικής οικονομίας έχει ήδη περάσει εδώ και χρόνια σε ξένα επενδυτικά σχήματα. Σε Κυκλάδες, Ιόνιο, Δωδεκάνησα και άλλες περιοχές της χώρας, ξενοδοχεία, βίλες, τουριστικά συγκροτήματα και εκτάσεις ανήκουν πλέον σε εταιρείες και funds που προέρχονται εκτός Ελλάδας. Αυτό δεν αποτελεί θεωρία αλλά μια πραγματικότητα που διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και της μαζικής εκποίησης περιουσιών.
Άρα η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται επιλεκτικά.
Αν θεωρούμε ότι η μαζική συγκέντρωση ελληνικής γης και τουριστικών υποδομών από ξένα συμφέροντα δημιουργεί ζήτημα εθνικής κυριαρχίας ή στρατηγικής εξάρτησης, τότε το θέμα αφορά συνολικά το μοντέλο που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Αν όμως το ζήτημα εμφανίζεται μόνο όταν υπάρχει υποψία τουρκικής προέλευσης, τότε χρειάζεται τεράστια προσοχή. Γιατί χωρίς αποδείξεις, χωρίς πραγματικά στοιχεία και χωρίς θεσμική τεκμηρίωση, μια τόσο σοβαρή υπόθεση μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε επικίνδυνο επικοινωνιακό παιχνίδι φόβου.
Η Ελλάδα οφείλει να αποφασίσει τι ακριβώς θεωρεί πρόβλημα.
Την απώλεια ελέγχου της γης της συνολικά ή μόνο τον “λάθος” αγοραστή;

