Τη δεκαετία του ’90 οι παλιοί δημοσιογράφοι είχαν έναν συγκεκριμένο τρόπο να αποκαλούν τους νέους.
«Λεμονάκια».
Και δεν ήταν χιούμορ. Ήταν ολόκληρη νοοτροπία.
Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Ήταν σχεδόν αυτονόητο ότι ξεκινώντας να δουλεύεις θα δουλεύεις χωρίς χρήματα, δεκαοκτώ ώρες την ημέρα, και ταυτόχρονα θα είσαι προσεκτικός να μη σου ξεφύγει καμία κουβέντα παραπάνω γιατί μπορούσε να κλείσει η πόρτα της ΕΣΗΕΑ για πάντα.
Υπήρχαν παλιοί δημοσιογράφοι που λειτουργούσαν σχεδόν σαν τραμπούκοι της εποχής. Προκαλούσαν επίτηδες έναν νέο άνθρωπο για να αντιδράσει, ώστε μετά να παρουσιαστεί ως “κακή συμπεριφορά απέναντι σε παλαιότερο συνάδελφο” και να βρεθεί αποκλεισμένος από τον χώρο πριν καν προλάβει να ξεκινήσει.
Μπορεί κάποιος να πιστεύει ότι τα βγάζω από το μυαλό μου. Μακάρι να ήταν έτσι.
Το πρώτο πραγματικό “στύψιμο” το έφαγα στο New Channel.
Γύρω μου βρίσκονταν άνθρωποι που σήμερα τους βλέπετε στα κεντρικά δελτία και στις μεγάλες πρωινές εκπομπές. Θέματα αποκλειστικά, ρεπορτάζ που έφταναν μέχρι πρωτοσέλιδα, και εγώ φράγκο τσακιστό.
Ούτε από την Καθημερινή πληρώθηκα ποτέ για το πρωτοσέλιδο με το πόρισμα Πανέτσου. Ούτε από το New Channel για το ίδιο θέμα.
Και δεν ήταν μόνο αυτό.
Θυμάμαι ακόμη το περιστατικό έξω από το Ιπποκράτειο. Επίθεση σε αλλοδαπό…μαχαιριές Έτυχε να βρίσκομαι εκεί με συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων και προλάβαμε τους δράστες. Σύμφωνα με τις περιγραφές επρόκειτο για μέλη ακροδεξιάς οργάνωσης.
Όταν γύρισα στο κανάλι, οι απειλές είχαν ήδη αρχίσει.
«Πείτε του Κούτση ότι ξέρουμε πού μένει.»
Για ένα διάστημα γύριζα σπίτι με τη συνοδεία καλού φίλου ηχολήπτη.
Και όχι, δεν τα γράφω όλα αυτά για να σας πω πόσο δύσκολα πέρασα. Ούτε με αφορά να δημιουργήσω προσωπικό μύθο.
Τα αναφέρω γιατί χωρίς εκείνη την εποχή δεν μπορεί κανείς να καταλάβει ούτε τον Γιώργο Τράγκα ούτε γιατί πολλοί άνθρωποι που πέρασαν δίπλα του τον θυμούνται διαφορετικά από την εικόνα που παρουσιάστηκε αργότερα.
Όταν μπήκα στην αρχική ομάδα του ΣΚΑΪ, ο Τράγκας μου ανακοίνωσε τον μισθό μου.
Μου φαινόταν ψέμα.
Ήταν ο ίδιος μισθός που έπαιρναν όλοι.
Καθυστερημένα πάντα. Αλλά υπήρχε.
Και κάποια στιγμή έγινε χαμός.
Αν θυμάμαι καλά, είχε καθυστερήσει να μας δώσει τα λεφτά περίπου δεκαπέντε μέρες και όλοι είχαν εξαγριωθεί. Εγώ δεν μιλούσα. Ήμουν στην κοσμάρα μου γιατί πριν από αυτό είχα ήδη περάσει τα χειρότερα.
Τελείωσε η ιστορία, δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι θα πληρωθούν όλοι και σηκωθήκαμε να φύγουμε.
Και λίγο πριν βγω από την πόρτα, ο Τράγκας με πλησιάζει.
«Κούτση, έχεις φράγκα από πίσω σου εσύ;»
Τον κοιτάω απορημένος.
«Τι φράγκα;»
«Τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου; Έχει λεφτά;»
«Όχι», του λέω. «Μπογιατζής είναι.»
Και τότε με κοιτάζει και μου λέει:
«Και γιατί δεν ζητάς τα λεφτά σου;»
Δεν του απάντησα.
Καθόμουν και τον κοιτούσα γιατί μου φαινόταν σχεδόν παράλογη η ερώτηση. Δεν μας είχε πληρώσει και με ρωτούσε γιατί δεν ζητάω τα χρήματά μου.
Και τότε, αφού κατάλαβε ότι τα είχα χαμένα, μου λέει:
«Κοίτα να δεις… τα λεφτά σου να τα ζητάς.»
Και έφυγε.
Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα ακίνητος στην πόρτα.

