Κάτι αλλάζει επικίνδυνα στην ψυχολογία της κοινωνίας. Όχι επειδή εμφανίστηκε μία μυρωδιά σε παραλιακές περιοχές της Αττικής. Όχι επειδή κάποιοι κάτοικοι είδαν λάσπη να εμφανίζεται ξαφνικά σε δρόμους της Κυψέλης. Αλλά επειδή ο πολίτης πλέον δεν αισθάνεται ότι υπάρχει ένας μηχανισμός που ξέρει, ελέγχει και εξηγεί με σαφήνεια τι συμβαίνει γύρω του.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη κρίση όλων.
Όταν ένα φαινόμενο εμφανίζεται και οι απαντήσεις αλλάζουν μέσα σε λίγες ώρες, όταν οι εξηγήσεις μοιάζουν πρόχειρες ή αμυντικές, όταν η ενημέρωση έρχεται αποσπασματικά και οι πολίτες αναγκάζονται να ψάχνουν μόνοι τους τι αναπνέουν, τότε η κοινωνία αρχίζει να λειτουργεί με ένστικτο επιβίωσης αντί για εμπιστοσύνη.
Δεν χρειάζεται να υπάρξει “συνωμοσία” για να δημιουργηθεί φόβος. Αρκεί το κενό πληροφόρησης.
Η Αττική είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης. Διυλιστήρια, λιμάνια, βαριά κυκλοφορία, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, παλιό δίκτυο υπονόμων, ΧΥΤΑ, θαλάσσια ρεύματα, θερμικά φαινόμενα, ατμοσφαιρική επιβάρυνση. Όλα αυτά συνυπάρχουν καθημερινά μέσα σε έναν αστικό οργανισμό εκατομμυρίων ανθρώπων. Κι όμως, κάθε φορά που εμφανίζεται ένα ασυνήθιστο φαινόμενο, η εικόνα που δίνεται είναι ότι το κράτος τρέχει πίσω από τα γεγονότα αντί να τα παρακολουθεί οργανωμένα.
Αυτό ακριβώς είναι που αρχίζει να τρομάζει τον κόσμο.
Γιατί πλέον οι πολίτες δεν αξιολογούν μόνο το ίδιο το περιστατικό. Αξιολογούν την ικανότητα του μηχανισμού να το κατανοήσει και να το διαχειριστεί. Και όταν βλέπουν ασάφεια, αντιφάσεις ή καθυστέρηση, το μυαλό αρχίζει να συνδέει μεταξύ τους διαφορετικά γεγονότα. Μία μυρωδιά στην παραλία. Μία περίεργη λάσπη στο κέντρο. Ένα ακόμα περιβαλλοντικό συμβάν που “διερευνάται”. Έτσι γεννιέται η αίσθηση ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά.
Η Ελλάδα πέρασε μέσα σε λίγα χρόνια πανδημία, καταστροφικές πυρκαγιές, πλημμύρες, τραγωδίες, ενεργειακή ανασφάλεια και διαρκή πληροφοριακή σύγχυση. Ο πολίτης έχει κουραστεί να ακούει ότι “δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας” χωρίς να συνοδεύεται αυτή η φράση από πλήρη δεδομένα, μετρήσεις και διαφάνεια.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα.
Όχι αν μία μυρωδιά ήταν επικίνδυνη. Όχι αν ένα φαινόμενο είχε φυσική ή τεχνική αιτία. Αλλά αν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα επαρκής περιβαλλονική επιτήρηση, συνεχής καταγραφή αερίων, δημόσια πρόσβαση σε δεδομένα και μηχανισμός άμεσης ενημέρωσης των πολιτών όταν εμφανίζονται ασυνήθιστα φαινόμενα.
Γιατί όταν ο πολίτης αρχίζει να φοβάται ακόμα και τον αέρα που αναπνέει, τότε το πρόβλημα έχει ήδη ξεπεράσει το επίπεδο της επιστήμης και έχει περάσει βαθιά μέσα στην κοινωνία.

