Δεν ξέρω πόσο ασφαλής μπορεί να αισθάνεται ένας πολίτης σε μια χώρα όπου αποφάσεις της Δικαιοσύνης έρχονται να ανατρέψουν η μία την άλλη μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Ειδικά όταν στο ενδιάμεσο έχουν ακουστεί ισχυρές φωνές, δημόσιες παρεμβάσεις και, πάνω απ’ όλα, η γνώριμη σκιά του «μεγάλου αδελφού» των Ηνωμένων Πολιτειών.
Έτσι λοιπόν, λίγες εβδομάδες μετά την αποφυλάκισή του, ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος επιστρέφει στη φυλακή.
Η Δικαιοσύνη έκρινε. Και προφανώς οι αποφάσεις της είναι εκείνες που παράγουν έννομα αποτελέσματα. Ωστόσο, το γεγονός ότι η μία δικαστική κρίση ανατρέπει την άλλη δεν παύει να δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σε μια κοινωνία που προσπαθεί να εμπιστευτεί τους θεσμούς της.
Η αλήθεια είναι ότι η ιστορία της 17 Νοέμβρη δεν έχει ξεκαθαρίσει πλήρως στο μυαλό μου.
Δεν αμφισβητώ ότι η Δικαιοσύνη έκανε το χρέος της. Δεν έχω πρόθεση να ανασύρω θεωρίες ή να ανοίξω ξανά δικαστικά κεφάλαια που έχουν κλείσει. Υπάρχουν όμως υποθέσεις που, ως πολίτης, θα ήθελα να αισθάνομαι ότι έχουν φωτιστεί μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια.
Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη.
Παρακολουθώντας κατά καιρούς τις δημόσιες τοποθετήσεις των παιδιών του, είναι αδύνατον να μην κατανοήσει κανείς τον πόνο που κουβαλά μια οικογένεια η οποία έχασε έναν άνθρωπό της με αυτόν τον τρόπο. Και είναι εξίσου δύσκολο να μη γεννηθούν ερωτήματα που ίσως δεν απαντήθηκαν ποτέ επαρκώς στη δημόσια σφαίρα.
Σε ένα ώριμο πλέον χρονικά κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας, γνωρίζουμε πολλά για την οργάνωση. Γνωρίζουμε πρόσωπα, διαδρομές, επιχειρησιακές λεπτομέρειες και πολιτικές αναλύσεις δεκαετιών. Αυτό που δεν έχω καταλάβει ποτέ πλήρως είναι αν η ελληνική κοινωνία έμαθε όλες τις απαντήσεις που ζητούσε.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που προσωπικά δεν έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου. Η Δικαιοσύνη έκρινε την υπόθεση και καταδίκασε τους υπευθύνους. Αυτό είναι δεδομένο. Εκείνο που δεν είμαι βέβαιος ότι έκλεισε ποτέ πλήρως στη συλλογική συνείδηση είναι αν απαντήθηκαν όλα τα ιστορικά ερωτήματα γύρω από τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη.
Ως πολίτης θα ήθελα να γνωρίζω κάθε λεπτομέρεια μιας υπόθεσης που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Όχι για να ξανανοίξω μια δίκη που έχει τελειώσει, αλλά γιατί ορισμένα γεγονότα ξεπερνούν τη δικαστική τους διάσταση και γίνονται μέρος της ιστορικής μνήμης μιας χώρας.
Βρέθηκε ποτέ με απόλυτη βεβαιότητα ο φυσικός εκτελεστής;
Απαντήθηκαν όλα τα ερωτήματα που είχε η κοινωνία;
Ή απλώς κάποια στιγμή η χώρα αποφάσισε να προχωρήσει παρακάτω;
Δεν ισχυρίζομαι ότι υπάρχουν διαφορετικές απαντήσεις. Λέω απλώς ότι θα ήθελα να τις γνωρίζω όλες.
Γιατί ο Παύλος Μπακογιάννης δεν ήταν ένα τυχαίο πολιτικό πρόσωπο. Ήταν μια προσωπικότητα που άφησε ισχυρό αποτύπωμα στη δημόσια ζωή της χώρας και πολλοί πιστεύουν ότι θα μπορούσε να είχε διαδραματίσει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο αν η πορεία του δεν είχε διακοπεί τόσο βίαια.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία.
Πέρα από τον Γιωτόπουλο, πέρα από τις δικαστικές αποφάσεις, πέρα από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, υπάρχουν ορισμένες υποθέσεις που η κοινωνία δεν θέλει απλώς να δει να κλείνουν νομικά.
Θέλει να αισθανθεί ότι έχουν κλείσει και ιστορικά.
Και για να συμβεί αυτό, οι απαντήσεις πρέπει να είναι πλήρεις.
Όχι μόνο για τα δικαστήρια.
Αλλά και για τη συλλογική μνήμη μιας χώρας που εξακολουθεί, δεκαετίες μετά, να αναζητά τη βεβαιότητα ότι γνωρίζει ολόκληρη την αλήθεια.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ερώτημα που προσωπικά δεν κατάφερα ποτέ να απαντήσω. Όσοι έχουν μελετήσει τη λειτουργία ένοπλων οργανώσεων γνωρίζουν ότι σε αρκετές περιπτώσεις η συμμετοχή σε μια μεγάλη και ιστορικά καταγεγραμμένη δράση αντιμετωπίζεται από τα ίδια τα μέλη ως στοιχείο κύρους και πολιτικής νομιμοποίησης μέσα στον δικό τους ιδεολογικό κόσμο.
Ίσως γι’ αυτό μου προκαλούσε πάντα απορία η σταθερή άρνηση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου να αποδεχθεί τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν. Δεν γνωρίζω την απάντηση και δεν επιχειρώ να την δώσω. Είναι όμως ένα από τα ερωτήματα που παρέμειναν στο μυαλό μου όλα αυτά τα χρόνια, μαζί με πολλά άλλα που ακολουθούν ακόμη την υπόθεση της 17 Νοέμβρη.

