Η Κυριακή είναι η αγαπημένη μου μέρα.
Όχι επειδή δεν δουλεύω. Δουλεύω σχεδόν πάντα. Όχι επειδή ξεκουράζομαι περισσότερο. Συνήθως δεν ξεκουράζομαι.
Είναι η αγαπημένη μου μέρα γιατί ξέρω ότι κάποια στιγμή το απόγευμα θα βρεθεί στα χέρια μου ένα πιάτο φαγητό φτιαγμένο με αγάπη. Ένα πιάτο φαγητό που δεν ζητά τίποτα σε αντάλλαγμα.
Η ιστορία ξεκίνησε περίπου πριν από ενάμιση χρόνο.
Μεγάλωσα στην Κυψέλη. Μεγάλωσα με τις αρχές και τη φιλοσοφία των γονιών μου. Ποτέ δεν έμαθα να βλέπω διαφορετικό χρώμα σε έναν άνθρωπο. Ποτέ δεν έμαθα να φοβάμαι μια διαφορετική καταγωγή. Αντίθετα, πάντα με γοήτευαν οι άλλοι πολιτισμοί, οι διαφορετικές γλώσσες, οι διαφορετικοί τρόποι ζωής.
Ως Έλληνας, όμως, αισθάνομαι και κάτι ακόμη.

Αισθάνομαι ότι έχω ευθύνη απέναντι στην ίδια τη χώρα που με μεγάλωσε. Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι η φιλοξενία δεν είναι σύνθημα. Είναι ταυτότητα. Είναι τρόπος ύπαρξης.
Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος που έρχεται στην Ελλάδα πρέπει να νιώθει στο πετσί του ότι ο Έλληνας αγαπά τον φιλοξενούμενό του.
Δεν έχω κάνει πολλά γι’ αυτό. Ίσως αν είχα περισσότερες δυνατότητες να έκανα περισσότερα.
Πριν από ενάμιση χρόνο, βγήκα στην αυλή μου και μύρισα ένα φαγητό που σχεδόν με σταμάτησε στη θέση μου. Ήξερα ότι στο διπλανό σπίτι έμενε μια οικογένεια από το Μαρόκο.
Όταν συνάντησα τη μητέρα της οικογένειας, δεν άντεξα.
«Μου έχεις σπάσει τη μύτη με τις μυρωδιές», της είπα γελώντας.
Από εκείνη την ημέρα μέχρι σήμερα, σχεδόν κάθε Κυριακή — και πολλές φορές μέσα στην εβδομάδα — φτάνει στο σπίτι μου όχι ένα πιάτο φαγητό, αλλά ποσότητα που θα μπορούσε να χορτάσει τρεις και τέσσερις ανθρώπους.
Το ομολογώ.
Έχω φερθεί εγωιστικά.
Ποτέ δεν κάλεσα άλλους να μοιραστούν αυτό το τραπέζι.
Κι όμως, αυτή η γυναίκα, που ανήκει σε μια φτωχή οικογένεια, σε μια οικογένεια που άφησε την πατρίδα της αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, συνεχίζει να προσφέρει χωρίς να ζητά τίποτα.
Το πιο παράξενο είναι ότι δεν γνωριζόμαστε πραγματικά.
Αν προσθέσω όλες τις κουβέντες που έχουμε ανταλλάξει σε ενάμιση χρόνο, δύσκολα θα ξεπερνούν τη μία ώρα συνολικά.
Κι όμως με φωνάζει «αδελφό».
Κι εγώ χαμογελώ κάθε φορά που το ακούω.
Ίσως γιατί πάντα ήθελα να έχω μια αδελφή.
Και κάπου μέσα στα μάτια της νιώθω ότι τη βλέπω.
Δεν ξέρω πώς θα διαβάσει κάποιος αυτό το κείμενο.
Ίσως μάλιστα να μην μπορεί να το διαβάσει καθόλου.
Γιατί κάποια πράγματα δεν διαβάζονται με τα μάτια.
Διαβάζονται με κάτι βαθύτερο.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν η μόνη φορά.
Μέσα στον τελευταίο χρόνο ένιωσα ακριβώς το ίδιο συναίσθημα από ένα ζευγάρι προσφύγων από τη Συρία.
Ζουν σε ένα μικρό υπόγειο. Σε συνθήκες που πολλοί Έλληνες θα χαρακτήριζαν δύσκολες. Ίσως ακόμη και άθλιες.
Κι όμως, κάθε φορά που τους βλέπω, βλέπω δύο ανθρώπους που κρατούν ολόκληρο τον κόσμο μέσα στην αγάπη τους.
Έχουν ελάχιστα.
Αλλά είναι πρόθυμοι να μοιραστούν τα πάντα.
Μερικές καλημέρες αντάλλαξα μαζί τους.
Κι όμως βρέθηκα κι εγώ πολλές φορές να κρατώ ένα πιάτο φαγητό στα χέρια μου.
Και τότε άρχισα να αναρωτιέμαι.
Πότε χάσαμε εμείς αυτή την απλότητα;
Πότε χάσαμε αυτή την ανάγκη να δώσουμε χωρίς να υπολογίσουμε;
Πότε σταματήσαμε να χτυπάμε την πόρτα του γείτονα μόνο και μόνο για να πούμε «έλα να φας μαζί μας»;
Δεν το γράφω αυτό ως κατηγορία προς τους Έλληνες.
Το γράφω με παράπονο.
Γιατί μεγάλωσα πιστεύοντας ότι αυτός ήταν ο δικός μας τρόπος.
Ότι αυτό ήταν το δικό μας πρόσωπο.
Σε μια χώρα όπου καταφέραμε πολλές φορές να αποκοπούμε ο ένας από τον άλλον, το πιάτο φαγητό έφτασε στα χέρια μου από το Μαρόκο και τη Συρία.
Και ίσως αυτό να λέει περισσότερα για εμάς παρά για εκείνους.
Γι’ αυτό και θα το πω όσο πιο καθαρά μπορώ.
Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει επειδή κάποιοι άνθρωποι έχουν διαφορετική θρησκεία, διαφορετική γλώσσα ή διαφορετική καταγωγή.
Η Ελλάδα κινδυνεύει όταν ξεχνά τις δικές της αξίες.
Όταν ξεχνά τη φιλοξενία.
Όταν ξεχνά την αλληλεγγύη.
Όταν ξεχνά το μοίρασμα.
Όταν ξεχνά να βλέπει άνθρωπο απέναντί της.
Ξύπνα Ελλάδα.
Δεν κινδυνεύεις από την ισλαμοποίηση.
Κινδυνεύεις επειδή δεν ξέρεις πλέον ποια είναι η ταυτότητά σου.

