Παρακολούθησα το πρώτο μέρος της συνέντευξης του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Νίκο Χατζηνικολάου και, ομολογώ, το βασικό στοιχείο που συγκράτησα δεν αφορούσε την οικονομία, την κοινωνία ή την πολιτική. Ήταν η αναφορά του πρωθυπουργού στο παρελθόν του δημοσιογράφου στο οικονομικό ρεπορτάζ. Ίσως αυτό να λέει περισσότερα για τη συνέντευξη από όσα ειπώθηκαν μέσα σε αυτήν.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπήρξαν ήπιες ερωτήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπήρξαν δεύτερες ερωτήσεις. Η δημοσιογραφία δεν εξαντλείται στην υποβολή ενός ερωτήματος. Η δημοσιογραφία ξεκινά ακριβώς τη στιγμή που ο συνομιλητής δίνει την απάντησή του.
Αν ένας πρωθυπουργός δηλώνει ότι η οικονομία πηγαίνει καλά, η επόμενη ερώτηση δεν μπορεί να είναι η μετάβαση στο επόμενο θέμα. Οφείλει να επιστρέφει στην πραγματικότητα. Στον συνταξιούχο που δεν βγάζει τον μήνα. Στον εργαζόμενο που πληρώνει ενοίκιο και λογαριασμούς και δεν του μένει τίποτα. Στον ανάπηρο που ζει με επιδόματα τα οποία συχνά βρίσκονται πιο κοντά στη διαχείριση της φτώχειας παρά στην αξιοπρεπή διαβίωση…και αυτό με στοιχεία και όχι γενικόλογα!
Η δουλειά του δημοσιογράφου δεν είναι να ακούει μια κυβερνητική θέση. Είναι να τη δοκιμάζει απέναντι στα πραγματικά δεδομένα. Να επιστρέφει με στοιχεία, αριθμούς και παραδείγματα. Να εκπροσωπεί, έστω για λίγα λεπτά, τον πολίτη που δεν βρίσκεται στο στούντιο.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο πρόβλημα που αφορά συνολικά τη σύγχρονη τηλεοπτική δημοσιογραφία. Έχει επικρατήσει η λογική ότι μια συνέντευξη θεωρείται επιτυχημένη μόνο αν περάσει μέσα σε λίγα λεπτά από όλα τα θέματα της επικαιρότητας. Εθνικά ζητήματα, οικονομία, θεσμοί, εξωτερική πολιτική, κοινωνικό κράτος, δημόσια ασφάλεια, όλα στριμώχνονται σε μια ατελείωτη αλληλουχία ερωτήσεων.
Όμως η δημοσιογραφία δεν είναι κατάλογος θεμάτων. Δεν είναι διαγωνισμός ταχύτητας. Ο πολίτης δεν κερδίζει τίποτα όταν ακούσει δέκα σύντομες ερωτήσεις και δέκα προβλέψιμες απαντήσεις. Αντίθετα, θα κέρδιζε πολύ περισσότερα αν μια ολόκληρη συνέντευξη αφιερωνόταν σε ένα μόνο θέμα και ο δημοσιογράφος κατάφερνε να φτάσει λίγο πιο κοντά στην πραγματικότητα.
Ποια είναι η πραγματική κατάσταση της οικονομίας; Τι συμβαίνει με τα εισοδήματα; Γιατί οι νέοι αδυνατούν να αποκτήσουν κατοικία; Πώς επιβιώνουν οι άνθρωποι με αναπηρία; Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται σε τριάντα δευτερόλεπτα. Χρειάζονται επιμονή, επιστροφή στα στοιχεία και διάθεση να μείνεις πάνω στο ίδιο θέμα ακόμη κι όταν η απάντηση γίνεται άβολη.
Η συνεχής μετάβαση από τα εθνικά στα οικονομικά, από τα θεσμικά στα πολιτικά και από εκεί στα διεθνή ζητήματα δεν δίνει πληρότητα. Δημιουργεί απλώς την ψευδαίσθηση της πληρότητας. Στην πραγματικότητα, συχνά δεν φωτίζει τίποτα. Απλώς μετακινεί τη συζήτηση πριν προλάβει να αποκτήσει βάθος.
Ίσως τελικά μια συνέντευξη να αξίζει περισσότερο όταν βγαίνει από αυτήν μία αλήθεια, παρά όταν περνούν από μπροστά μας είκοσι θέματα χωρίς να μένει τίποτα.
Τελικά, ίσως αυτό που παρακολουθήσαμε να μην ήταν απλώς μια συνέντευξη διεκπεραίωσης. Ίσως να ήταν η συνάντηση μιας πολιτικής διεκπεραίωσης με μια δημοσιογραφία διεκπεραίωσης.
Διότι όταν απέναντί σου βρίσκεται ο πρωθυπουργός της χώρας, δεν αρκεί να ακούς όσα επιθυμεί να πει. Οφείλεις να τον φέρνεις αντιμέτωπο με όσα δεν επιθυμεί να συζητήσει. Όταν ακούγεται ότι δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια για αυξήσεις, για συντάξεις ή για κοινωνικές παροχές, δεν μπορεί να απουσιάζει το ερώτημα που αφορά την ίδια τη δομή του πολιτικού συστήματος.
Πόσο ελεύθερη είναι μια κυβέρνηση όταν εκπροσωπεί ένα πολιτικό κόμμα που επί δεκαετίες κουβαλά τεράστια οικονομικά βάρη; Πόσο ανεξάρτητο είναι ένα πολιτικό σύστημα όταν η επιβίωσή του συνδέεται διαρκώς με οικονομικά κέντρα ισχύος; Και πόσο ελεύθερα μπορούν να λειτουργήσουν τα μέσα ενημέρωσης όταν η δική τους οικονομική πραγματικότητα εξαρτάται από τους ίδιους μηχανισμούς που καλούνται να ελέγξουν;
Αυτά δεν είναι εχθρικά ερωτήματα. Είναι τα αυτονόητα ερωτήματα μιας δημοκρατίας που θέλει να ελέγχει την εξουσία και όχι να τη συνοδεύει ευγενικά από θέμα σε θέμα.
Γι’ αυτό και η αίσθηση που μένει δεν αφορά μόνο τον πρωθυπουργό ή τον δημοσιογράφο. Αφορά μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή στην οποία η πολιτική μοιάζει να διαχειρίζεται την επικοινωνία και η δημοσιογραφία να διαχειρίζεται τον χρόνο μετάδοσης. Όλα κυλούν ομαλά, κανείς δεν πιέζεται ιδιαίτερα και στο τέλος της διαδικασίας η πραγματικότητα παραμένει σχεδόν ανέγγιχτη.
Θα συνεχίσουμε να μιλάμε για τα αυτονόητα. Όχι επειδή πιστεύουμε ότι θα αλλάξουν αύριο το πρωί τα πράγματα, αλλά επειδή κάποια στιγμή η ιστορία κοιτάζει πίσω. Και όταν το κάνει, δεν εξετάζει μόνο τις αποφάσεις των κυβερνήσεων. Εξετάζει και εκείνους που είχαν την ευθύνη να τις ελέγξουν.
Όσο για την αναφορά του πρωθυπουργού στην οικονομική πολιτική της Βουλγαρίας, αυτή είναι μια κρίση που θα την αξιολογήσει ο χρόνος. Οι κυβερνήσεις κρίνονται από τα αποτελέσματά τους και όχι από τις προβλέψεις τους. Αφού επιλέχθηκε να γίνει αυτή η σύγκριση, το μέλλον θα δείξει ποια από τα συμπεράσματα που ακούστηκαν σήμερα θα επιβεβαιωθούν και ποια θα διαψευστούν από την ίδια την πραγματικότητα.
Δεν σκοπεύω να παρακολουθήσω το δεύτερο μέρος της συνέντευξης. Όχι επειδή φοβάμαι τι θα ακούσω, ούτε επειδή έχω ήδη καταλήξει σε συμπεράσματα. Δεν θα το παρακολουθήσω γιατί ο χρόνος είναι πολύτιμος και, μέχρι στιγμής, δεν μου έχει δοθεί κανένας λόγος να πιστέψω ότι στο επόμενο μέρος θα συμβεί κάτι διαφορετικό από αυτό που ήδη είδα.
Η δημοσιογραφία οφείλει να κερδίζει τον χρόνο του θεατή. Η πολιτική οφείλει να δικαιολογεί την προσοχή του πολίτη. Όταν ούτε η μία ούτε η άλλη καταφέρνουν να παράγουν ουσία, η πιο λογική επιλογή είναι να κλείσεις την οθόνη.
Προτιμώ να πάρω τα σκυλιά μου μια βόλτα.
Τουλάχιστον εκεί η πραγματικότητα δεν χρειάζεται επικοινωνιακή διαχείριση για να υπάρξει. Δεν χρειάζεται συντονιστή, δεν χρειάζεται τηλεοπτικό χρόνο και δεν χρειάζεται δεύτερο μέρος για να αποδείξει αυτό που είναι.
Ίσως τελικά μια ώρα περπατήματος με τα σκυλιά να προσφέρει περισσότερη επαφή με την πραγματική ζωή από μια ακόμη ώρα πολιτικής και δημοσιογραφικής διεκπεραίωσης.

