Σε αυτή τη χώρα δεν ζούμε γεγονότα. Ζούμε φαινόμενα.
Από τη μέρα που στάθηκε στα πόδια της, η Ελλάδα δεν έμαθε να χτίζει θεσμούς. Έμαθε να παράγει πρόσωπα. Να τα αποθεώνει, να τα καταναλώνει και στο τέλος να τα καίει. Και κάθε φορά πίστευε ότι αυτό το φαινόμενο θα είναι διαφορετικό.
Δεν ήταν ποτέ.
Ήρθε το φαινόμενο του Καραμανλή και η Αθήνα μετατράπηκε σε ένα τσιμεντένιο σώμα χωρίς ανάσα.
Ήρθε το φαινόμενο του Ανδρέα και μαζί του ένας ρομαντισμός που γρήγορα μετατράπηκε σε μια οικονομία που άρχισε να χάνει τον έλεγχο.
Ήρθε το φαινόμενο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που έβλεπε τη χώρα σαν εξίσωση, αλλά ξέχασε ότι οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί. Και έπεσε, γιατί ο κυνισμός δεν χτίζει εμπιστοσύνη.
Ήρθε η απώλεια του Ανδρέα και μαζί της ένα κίνημα που έμεινε χωρίς πυρήνα.
Και μετά ήρθε το φαινόμενο Σημίτη. Ο άνθρωπος που παρουσιάστηκε ως αυτός που θα βάλει τάξη. Και αντί για τάξη, είδαμε ένα χρηματιστήριο να φουσκώνει και να σκάει, παίρνοντας μαζί του τις οικονομίες ανθρώπων που πίστεψαν ότι για πρώτη φορά το κράτος λειτουργεί με κανόνες. Εκεί που υποτίθεται θα έμπαινε τάξη, επιβεβαιώθηκε ξανά η ίδια παθογένεια: λόγια μπροστά, πραγματικότητα αλλού.
Και μετά επιστρέψαμε. Πάντα επιστρέφουμε.
Το φαινόμενο του Κώστα Καραμανλή, που δεν έπεσε απλώς από τα γεγονότα. Πήγε σε εκλογές γνωρίζοντας ότι θα τις χάσει, γνωρίζοντας τι έρχεται, αφήνοντας τη βόμβα να σκάσει στα χέρια των επόμενων.
Το φαινόμενο του Σαμαρά, που απέδειξε ότι άλλο είναι να διεκδικείς την εξουσία και άλλο να τη διαχειρίζεσαι.
Το φαινόμενο του Τσίπρα, ο ρομαντικός που μετατράπηκε στον πιο σκληρό διαχειριστή της πραγματικότητας, αφήνοντας πίσω του μια κοινωνία πιο διχασμένη και πιο μπερδεμένη.
Και ξανά το φαινόμενο Μητσοτάκη. Ένας τεχνοκράτης που έδειχνε ότι μπορεί να κάνει τη δουλειά, αλλά τελικά κρίνεται από τις επιλογές των ανθρώπων που τον περιβάλλουν.
Και τώρα;
Τώρα πάμε να δημιουργήσουμε άλλο ένα φαινόμενο.
Ξέρω τι σημαίνει απώλεια. Ξέρω τι σημαίνει άδικη απώλεια. Και ακριβώς γι’ αυτό ξέρω να ξεχωρίζω κάτι που σε αυτή τη χώρα συγχέεται συνεχώς: άλλο ο πόνος και άλλο η εξουσία.
Και εδώ έχει γίνει ένα σοβαρό λάθος.
Όχι από πρόθεση. Αλλά από τη δυναμική που δημιουργείται όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ανοιχτό πόλεμο με ένα σύστημα για κάτι που τον αφορά στην ίδια του την ύπαρξη. Σε αυτή τη φάση, δεν ανοίγεις όλα τα μέτωπα. Δεν μπορείς. Δεν είναι ούτε δίκαιο για τον ίδιο τον άνθρωπο, ούτε για αυτό που ξεκίνησε.
Γιατί όταν η καρδιά ακόμα καίγεται από την απώλεια, δεν γίνεται να καλείσαι να απαντάς για τα πάντα. Για θέματα που δεν έχουν καμία σχέση με τον λόγο που σε έφερε εκεί. Για ερωτήσεις που σε τραβάνε έξω από τον πυρήνα σου.
Και εκεί ακριβώς κρύβεται η παγίδα.
Η εξουσία δεν θέλει απλώς να σε αντιμετωπίσει. Θέλει να σε διασπάσει. Να σε θυμώσει. Να σε απλώσει σε τόσα μέτωπα, ώστε να χάσεις αυτό που σε έκανε ισχυρό.
Αν αυτό το φαινόμενο θέλει πραγματικά να φτάσει μέχρι το τέλος, πρέπει να γίνει σωστά.
Η μάχη είναι μία. Και πρέπει να δοθεί μέχρι τέλους. Εκεί που ξεκίνησε. Εκεί που πονάει. Εκεί που έχει νόημα.
Αν αυτό ολοκληρωθεί, αν υπάρξει δικαίωση, αν αυτό που ξεκίνησε φτάσει μέχρι το τέλος του, τότε ναι — μπορεί να γεννηθεί κάτι άλλο.
Αλλά όχι πριν.
Γιατί αν επιχειρήσεις να μετατρέψεις τον πόνο σε πολιτική πριν κλείσει ο κύκλος του, δεν θα αλλάξεις τη χώρα.
Θα καείς μέσα στο ίδιο μοτίβο που έκαψε όλους τους προηγούμενους.
Και τότε δεν θα έχουμε ένα νέο φαινόμενο.
Θα έχουμε άλλη μία χαμένη ευκαιρία.

