Η έννοια «διαίρει και βασίλευε» έχει κακοποιηθεί τόσο πολύ στη δημόσια σφαίρα, που σήμερα λειτουργεί σχεδόν ως καρικατούρα. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο — είναι χρήσιμο.
Η φράση αποδίδεται ιστορικά σε λογικές εξουσίας ήδη από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν σύνθημα· ήταν μηχανισμός. Όταν δεν μπορείς να ελέγξεις μια μάζα ενιαία, τη διασπάς. Όχι απαραίτητα με βία — με αφήγημα. Με ταυτότητες. Με σύγκρουση.
Σήμερα, όμως, συμβαίνει κάτι πιο σύνθετο: η ίδια η φράση «διαίρει και βασίλευε» έχει απαξιωθεί.
Όταν κάποιος την χρησιμοποιεί, αντιμετωπίζεται συχνά ως γραφικός, συνωμοσιολόγος ή απλοϊκός. Έχει μετατραπεί σε κλισέ. Και αυτό είναι το πιο αποτελεσματικό στάδιο του μηχανισμού: όταν δεν χρειάζεται πια να τον κρύψεις — αρκεί να τον γελοιοποιήσεις.
Η απαξίωση μιας έννοιας είναι πιο ισχυρή από την απόκρυψή της.
Στο σύγχρονο περιβάλλον, το «διαίρει και βασίλευε» δεν εμφανίζεται ως ενιαία στρατηγική. Εμφανίζεται ως φυσική κατάσταση: πολιτικός διχασμός χωρίς τέλος, κοινωνικές ταμπέλες που ακυρώνουν τον διάλογο, αντιπαραθέσεις που δεν οδηγούν πουθενά αλλά ανακυκλώνονται.
Δεν χρειάζεται κάποιος να δίνει εντολές. Το σύστημα έχει περάσει σε αυτόματο πιλότο.
Κι εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.
Δεν είναι ότι οι άνθρωποι διχάζονται. Είναι ότι μαθαίνουν να σκέφτονται μέσα από τον διχασμό.
Η φράση «διαίρει και βασίλευε» δεν είναι ξεπερασμένη. Είναι τόσο ενσωματωμένη, που όταν την ακούς, σου φαίνεται αφελής.
Και εκεί ακριβώς κερδίζει το παιχνίδι.
Το κατεστημένο δεν χρειάζεται να σε πείσει για κάτι. Αρκεί να σε πείσει ότι η περιγραφή του μηχανισμού του δεν αξίζει να ληφθεί σοβαρά.
Κι έτσι, ο μηχανισμός συνεχίζει να λειτουργεί — χωρίς αντίσταση, χωρίς αναγνώριση, χωρίς όνομα.

