Υπάρχουν τραγουδιστές που γράφουν τραγούδια.
Και υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους ηχητικά ίχνη μιας εσωτερικής μάχης πριν ακόμα καταλάβουν ότι τη δίνουν.
Ο Scott Stapp ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία.
Για πολλά χρόνια η συζήτηση γύρω από τους Creed περιορίστηκε σε εύκολες ταμπέλες:
post-grunge,
δραματικοί,
υπερβολικοί,
«χριστιανικό rock»,
μελοδραματικοί.
Και όμως, αν ακούσει κάποιος προσεκτικά την πορεία του Scott Stapp από την αρχή μέχρι το τέλος, θα δει κάτι πολύ βαθύτερο.
Θα δει έναν άνθρωπο που προσπαθούσε να χαρτογραφήσει τον ίδιο του τον εγκέφαλο δημόσια.
Το “Faceless Man” δεν είναι απλώς ένα σκοτεινό τραγούδι. Είναι ο φόβος της αποπροσωποποίησης. Ο τρόμος του να κοιτάξεις τον εαυτό σου και να μη γνωρίζεις πλέον ποιος είσαι.
Το “Weathered” είναι ίσως ακόμα πιο αποκαλυπτικό.
Δεν μιλά απλώς για κούραση.
Μιλά για διάβρωση.
Για έναν άνθρωπο που νιώθει ότι η ζωή, οι συγκρούσεις, οι ενοχές, οι απαιτήσεις και η ίδια του η ύπαρξη τον έχουν αφήσει εκτεθειμένο στη βροχή μέχρι να αρχίσει να φθείρεται εσωτερικά.
Και εκεί βρίσκεται το παράξενο με τον Scott Stapp.
Όσο περισσότερο κατέρρεε, τόσο περισσότερο έμοιαζε να βλέπει καθαρά.
Όχι απαραίτητα «αντικειμενικά».
Όχι με ψυχρή λογική.
Αλλά υπαρξιακά.
Σαν άνθρωπος που είχε αρχίσει να βλέπει τις ρωγμές πίσω από την εικόνα:
τον φόβο,
τη μοναξιά,
τη μεταμόρφωση της ταυτότητας,
την ενοχή,
την ανάγκη για λύτρωση,
και το αδιέξοδο της συνεχούς εσωτερικής σύγκρουσης.
Κάποια στιγμή στους στίχους του εμφανίζεται και κάτι άλλο.
Η οικογένεια.
Η μετάβαση από τον μοναχικό άνθρωπο στον άνθρωπο που αποκτά παιδί και αρχίζει να καταλαβαίνει ότι πλέον δεν κουβαλά μόνο τον εαυτό του αλλά και το αποτύπωμά του πάνω σε άλλες ζωές.
Και ίσως εκεί άρχισε να βαραίνει πραγματικά ο πόνος.
Γιατί τότε ο άνθρωπος παύει να φοβάται μόνο για τον εαυτό του.
Το “Broken” μοιάζει σχεδόν σαν στιγμή παράδοσης των όπλων απέναντι στον φόβο. Σαν να καταλαβαίνει ότι η πραγματική φυλακή δεν είναι ο κόσμος αλλά η συνεχής μάχη μέσα στο ίδιο του το μυαλό.
Και όταν αργότερα ήρθε «Ο σκοπός του πόνου», έμοιαζε πλέον σαν τελική υπογραφή.
Σαν να αποδέχτηκε ότι ο πόνος δεν ήταν απλώς τιμωρία.
Ήταν και μηχανισμός αποκάλυψης.
Ότι μέσα από αυτόν είδε πράγματα που ίσως δεν θα έβλεπε ποτέ αλλιώς.
Η ειρωνεία είναι ότι ο κόσμος θυμάται κυρίως την κατάρρευση:
τα ξεσπάσματα,
τη δημόσια αποδιοργάνωση,
την ψυχιατρική νοσηλεία,
τη λέξη «διπολικός».
Αλλά πολλές φορές η κοινωνία κάνει κάτι πολύ επικίνδυνο.
Παίρνει έναν άνθρωπο που βυθίστηκε και χρησιμοποιεί τη διάγνωση σαν τρόπο να ακυρώσει όσα έβλεπε.
Και όμως, μερικές φορές κάποιοι άνθρωποι δεν καταρρέουν επειδή δεν έβλεπαν την πραγματικότητα.
Καταρρέουν επειδή την ένιωθαν υπερβολικά βαθιά.
Και ίσως γι’ αυτό η φωνή του Scott Stapp συνεχίζει να αγγίζει ανθρώπους που έχουν βρεθεί μόνοι μέσα στο ίδιο τους το μυαλό.
Γιατί πίσω από τις κιθάρες και τις επιτυχίες δεν υπήρχε ποτέ ένας «rock star».
Υπήρχε ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να κρατήσει ενωμένα τα κομμάτια του εαυτού του ενώ τραγουδούσε μπροστά σε εκατομμύρια ανθρώπους.

