Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό γεγονός της εποχής. Όχι οι δηλώσεις, όχι οι κινήσεις κορυφής, όχι οι δημοσκοπήσεις, όχι τα επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Όταν ένας λαός παύει να εμπιστεύεται, δεν εξεγείρεται απαραίτητα. Κάποιες φορές κάνει κάτι χειρότερο: σωπαίνει. Αποσύρεται. Κοιτάζει τους πάντες με το ίδιο βλέμμα. Και τότε ο λαός παύει να είναι λαός. Μεταμορφώνεται σε απλό πληθυσμό.
Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, και πάνω απ’ όλες η κυβέρνηση Μητσοτάκη, κατάφεραν κάτι βαθύτερο από την πολιτική φθορά. Κατάφεραν την πλήρη απαξίωση του πολιτικού συστήματος στη συνείδηση της μεγαλύτερης μερίδας της κοινωνίας.
Ο κόσμος δεν ψάχνει πια απλώς κόμμα. Ψάχνει άνθρωπο.
Ψάχνει κάποιον να σταθεί μπροστά, όχι για να του πουλήσει ελπίδα, αλλά για να αντέξει το βάρος μιας χώρας που έχει κουραστεί να προδίδεται.
Η Μαρία Καρυστιανού φάνηκε για μια στιγμή σαν να μπορεί να εκφράσει κάτι από αυτή την ανάγκη. Δεν κρίνεται εδώ ο άνθρωπος. Ο πόνος της είναι ιερός. Πολιτικά όμως, όταν η οργή μετατρέπεται σε επικοινωνιακή φιλοσοφία, το πράγμα αρχίζει να χάνει τη δύναμή του.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν απαξίωσε μόνο τον εαυτό του. Απαξίωσε την ίδια του την ιστορία και το κόμμα που κατάφερε τελικά να διαλύσει με τις πρακτικές του.
Ο Αντώνης Σαμαράς είναι άγνωστο τι θα κάνει. Είναι όμως σαφές πως όταν ένας άνθρωπος φτάνει να περπατά στην Ερμού χωρίς σωματοφύλακες, μέσα στη σιωπή και στη σκιά προσωπικών απωλειών, κάτι πολύ βαθύ έχει συμβεί μέσα του. Το ερώτημα είναι αν αυτή η εσωτερική πληγή μπορεί να γίνει πολιτική υπέρβαση ή αν θα μείνει μόνο προσωπική θλίψη.
Η Ελλάδα σήμερα δεν χρειάζεται κάποιον που θα σταθεί πάνω από τις περιστάσεις. Χρειάζεται κάποιον που θα σταθεί πάνω από τον ίδιο του τον εαυτό.
Κανένας που έχει αλισβερίσια με την οικονομική εξουσία, κανένας που κουβαλά φόβους για την οικογένειά του, κανένας που αποφεύγει τη σύγκρουση όταν αυτή είναι αναγκαία, δεν μπορεί να γίνει η γέφυρα προς την Ελλάδα του αύριο.
Ο λαός έχει τερματίσει. Και πλήρωσε όχι μόνο τα δικά του λάθη, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύτηκαν σχεδόν όλοι από τη Μεταπολίτευση και μετά.
Παρότι ανήκω στον αντισυστημικό χώρο, θα το πω καθαρά: ίσως σήμερα να χρειαζόμασταν έναν άνθρωπο σαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Όχι επειδή ήταν άγιος. Όχι επειδή δεν υπήρχαν σκιές. Όχι επειδή δεν μπορεί να του ασκηθεί σκληρή κριτική.
Αλλά επειδή έδινε την αίσθηση ενός ανθρώπου που έβαζε το προσωπικό του συμφέρον κάτω από την Ελλάδα.
Ήταν άφιλος, σκληρός, δύσκολος, έτοιμος για όλα. Και πολλοί γνωρίζουν ότι θυσίασε την προσωπική του ευμάρεια για να σταθεί ως αρχηγός κράτους.
Αυτό λείπει σήμερα.
Δεν χρειαζόμαστε κάποιον να παίζει τον δακρυσμένο. Χρειαζόμαστε κάποιον που να δακρύζει πραγματικά.
Χρειαζόμαστε έναν άνθρωπο που η καρδιά του να χτυπά σε άλλο ρυθμό από αυτόν που επιβάλλει η νεοεποχίτικη πολιτική σκηνή, όπου όλα είναι εικόνα, όλα είναι διαχείριση, όλα είναι ρόλος.
Τον θέλουμε τώρα.
Χωρίς φώτα. Χωρίς στημένα σύμβολα. Χωρίς επικοινωνιακές κατασκευές.
Μόνο έναν άνθρωπο.
Για να πιστέψουμε, έστω και λίγο, ότι όσοι είμαστε μεγαλύτεροι θα προλάβουμε να δούμε λίγο φως πριν αποχωρήσουμε.

