Ιδιώτες και Θεσμοί
Μέχρι σήμερα η δημόσια συζήτηση γύρω από τον νόμο Άργος περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τα αδέσποτα. Γύρω από τις στειρώσεις. Γύρω από τα microchip. Γύρω από τα πρόστιμα. Γύρω από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις επιμέρους διατάξεις του νόμου.
Ίσως όμως το σημαντικότερο ερώτημα να βρίσκεται αλλού.
Ίσως το πραγματικό ερώτημα να μην είναι τι λέει ο νόμος, αλλά πώς φτάσαμε μέχρι τον νόμο.
Τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία παρουσιάζουν μια εικόνα που αξίζει να εξεταστεί σοβαρά. Μια ιδιωτική οργάνωση, με έδρα εκτός Ελλάδας, εμφανίζεται να έχει αναπτύξει ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και εκπαιδεύσεων το οποίο αγγίζει σχεδόν κάθε επίπεδο της κρατικής λειτουργίας που σχετίζεται με το ζήτημα των ζώων συντροφιάς.
Στα ίδια τα στοιχεία που δημοσιοποιεί η οργάνωση εμφανίζονται προγράμματα εκπαίδευσης για δήμους από ολόκληρη την Ελλάδα. Δήμαρχοι, αντιδήμαρχοι, αρμόδιοι υπάλληλοι και τοπικοί φορείς συμμετέχουν σε κύκλους σπουδών που οργανώνονται από έναν ιδιωτικό φορέα. Παράλληλα παρουσιάζονται συνεργασίες με την Ελληνική Αστυνομία και εκπαιδεύσεις αστυνομικών. Στην ίδια δημόσια παρουσίαση εμφανίζονται σεμινάρια που απευθύνονται σε δικαστές και εισαγγελείς, ενώ γίνεται αναφορά σε συνεργασία με τον Άρειο Πάγο και σε συμμετοχή εκατοντάδων δικαστικών λειτουργών.

Όλα αυτά μπορεί να είναι απολύτως νόμιμα. Αυτό όμως δεν απαντά στο βασικό ερώτημα.
Πώς δημιουργήθηκε αυτή η σχέση;






Ποια διαδικασία ακολουθήθηκε ώστε ένας ιδιωτικός φορέας να αποκτήσει πρόσβαση ταυτόχρονα στην τοπική αυτοδιοίκηση, στην αστυνομία και σε τμήματα της δικαιοσύνης; Ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής; Υπήρξαν αντίστοιχες προσκλήσεις και προς άλλους επιστημονικούς ή επαγγελματικούς φορείς της χώρας; Υπήρξε ανοικτός διάλογος με διαφορετικές σχολές σκέψης ή επιλέχθηκε μία συγκεκριμένη προσέγγιση ως η μοναδική ορθή;
Αυτά τα ερωτήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν θυμηθούμε ότι η ίδια περίοδος συμπίπτει με τη διαμόρφωση και την προώθηση του νομοθετικού πλαισίου που σήμερα γνωρίζουμε ως νόμο Άργος.
Κάθε δημοκρατικό κράτος έχει δικαίωμα να αξιοποιεί τεχνογνωσία. Έχει δικαίωμα να συνεργάζεται με φορείς, οργανώσεις και ειδικούς. Όταν όμως ένας ιδιωτικός φορέας εμφανίζεται να συμμετέχει ταυτόχρονα στην εκπαίδευση των δήμων, στην εκπαίδευση αστυνομικών, στην ενημέρωση δικαστικών λειτουργών και παράλληλα στη δημόσια συζήτηση γύρω από την ίδια νομοθεσία, τότε προκύπτει ένα ζήτημα που ξεπερνά κατά πολύ τα αδέσποτα.
Προκύπτει το ερώτημα της θεσμικής επιρροής.
Ποιος επηρεάζει ποιον;
Οι θεσμοί αξιοποιούν έναν ιδιωτικό φορέα ως εργαλείο εκπαίδευσης ή ο ιδιωτικός φορέας αποκτά σταδιακά επιρροή μέσα στους θεσμούς που εκπαιδεύει;
Το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί κατηγορία. Αποτελεί υποχρέωση κάθε δημοκρατικής κοινωνίας που θέλει να γνωρίζει πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις και πώς διαμορφώνονται οι πολιτικές της.
Διότι η ουσία δεν βρίσκεται στα πρόσωπα. Δεν βρίσκεται στις προσωπικές σχέσεις. Δεν βρίσκεται στις φήμες και στις εύκολες εξηγήσεις.
Η ουσία βρίσκεται στη διαδρομή.
Ποιοι άνοιξαν τις πόρτες.
Ποιοι έδωσαν τις εγκρίσεις.
Ποιοι συμμετείχαν.
Ποιοι διαφώνησαν.
Και κυρίως ποιοι δεν κλήθηκαν ποτέ να συμμετάσχουν.
Γιατί όταν μια ιδιωτική οργάνωση αποκτά παρουσία σε τόσους διαφορετικούς πυλώνες του κράτους, η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει όχι μόνο το αποτέλεσμα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο φτάσαμε σε αυτό.
Ο νόμος Άργος δεν γεννήθηκε στο κενό.
Και ίσως ήρθε η ώρα να εξετάσουμε όχι μόνο τον νόμο, αλλά και τη διαδρομή που οδήγησε στη δημιουργία του.

