Πολλές φορές ακούω ανθρώπους να μιλούν για τρομοκρατία και να αναρωτιούνται γιατί υπάρχουν λαοί που αντιμετωπίζουν τη Δύση με οργή ή ακόμη και με μίσος. Σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογώ τη βία. Ούτε την ατομική, ούτε τη συλλογική, ούτε τη βία που ασκούν κράτη στο όνομα οποιασδήποτε ιδεολογίας ή σκοπιμότητας.
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα.
Τα τελευταία χρόνια συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο ότι δεν αντιμετωπίζουμε όλους τους νεκρούς με τον ίδιο τρόπο. Δεν πονάμε για όλους το ίδιο. Δεν μαθαίνουμε όλους το ίδιο. Κάποιες ζωές αποκτούν πρόσωπο και όνομα. Άλλες χάνονται μέσα σε αριθμούς που περνούν για λίγα δευτερόλεπτα στην οθόνη πριν αντικατασταθούν από την επόμενη είδηση.
Ο Νίκος Κλειτσίκας έγραψε για την Αβίνα. Ένα κοριτσάκι δύο ετών και είκοσι ημερών που σκοτώθηκε στο Ιράν. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα θυμούνται το όνομά της σε λίγες ημέρες. Ίσως ούτε καν να το διάβασαν. Αν όμως το ίδιο περιστατικό είχε συμβεί στο Παρίσι, στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη, ολόκληρος ο πλανήτης θα γνώριζε το πρόσωπό της.
Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο από τους ίδιους τους πολέμους.
Η συνήθεια.
Η συνήθεια να βλέπουμε παιδιά να πεθαίνουν σε ορισμένες περιοχές του κόσμου και να το θεωρούμε περίπου αναμενόμενο. Η συνήθεια να μετατρέπονται οι ανθρώπινες ζωές σε στατιστικές. Η συνήθεια να συζητάμε για γεωπολιτική, στρατηγική, συμμαχίες και συμφέροντα ξεχνώντας ότι στο τέλος της ημέρας μιλάμε για ανθρώπους που είχαν οικογένεια, φίλους, όνειρα και μια ζωή που διακόπηκε βίαια.
Δεν ξέρω αν υπάρχει δίκαιος πόλεμος. Ξέρω όμως ότι δεν υπάρχει δίκαιος θάνατος για ένα παιδί.
Και όσο συνεχίζουμε να χωρίζουμε τα θύματα σε δικά μας και ξένα, σε σημαντικά και ασήμαντα, σε εκείνα που αξίζουν πρωτοσέλιδα και σε εκείνα που αξίζουν μόνο μια υποσημείωση, τόσο θα απομακρυνόμαστε από αυτό που υποτίθεται ότι μας κάνει ανθρώπους.
Η Αβίνα δεν ήταν ένας αριθμός σε έναν πίνακα απωλειών.
Ήταν ένα παιδί.
Και αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό.

