Γιατί κάποια στιγμή, όταν προσπαθείς χρόνια να εξηγήσεις στους ανθρώπους το προφανές και βλέπεις ότι συνεχίζουν να κοιτάζουν το δάχτυλο αντί για το φεγγάρι, σταματάς να ζητάς αποδοχή. Σταματάς να εξηγείς. Και απλώς γίνεσαι αυτό που είσαι.
Και ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα;
Ότι ο κόσμος δεν αντέχει εύκολα ανθρώπους που δεν ανήκουν κάπου.
Θέλουν να σε βάλουν σε σκηνή, σε παράταξη, σε μουσικό είδος, σε παρέα, σε στρατόπεδο. Θέλουν να ξέρουν “τι είσαι” για να αισθάνονται ασφαλείς απέναντί σου. Και όταν εσύ συνεχίζεις να αρνείσαι να φορέσεις την ταμπέλα που σου έφτιαξαν, τότε ναι… φτιάχνεις τη δική σου μουσική και την ονομάζεις όπως γουστάρεις.
Δική σου είναι.
Δεν θέλεις να ανήκεις πουθενά.
Θέλεις απλώς να υπάρχεις αληθινά.
Δεν ξέρω προσωπικά τον Μιχάλη Μυτακίδη. Και δεν με ενδιαφέρει να τον γνωρίσω για να σχηματίσω άποψη. Με ενδιαφέρει αυτό που αφήνει πίσω του όταν γράφει. Γιατί εκεί φαίνεται ο άνθρωπος. Όχι στις συνεντεύξεις. Όχι στις περσόνες. Στη στιγμή που μένει μόνος με το χαρτί και αναγκάζεται να κοιτάξει μέσα του.
Ο «Μύθος του Βάλτου» δεν ήταν ποτέ απλώς μουσική. Ήταν άνθρωποι που βούλιαζαν μέσα στη λάσπη μιας κοινωνίας και προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανή μια σπίθα αξιοπρέπειας. Ήταν η φωνή εκείνων που κατάλαβαν νωρίς ότι ο βάλτος δεν είναι οι δρόμοι. Είναι η συνείδηση που σαπίζει όταν συνηθίζει το ψέμα.
Και ίσως γι’ αυτό το low bap δεν ήταν ποτέ απλώς “είδος μουσικής”. Ήταν η ανάγκη κάποιων ανθρώπων να χτίσουν δικό τους χώρο για να αναπνεύσουν. Να σταματήσουν να ζητούν άδεια ύπαρξης από όλους τους υπόλοιπους.
Και το «Καλώς Ήρθες Παράξενε»;
Αυτό δεν ήταν τραγούδι υποδοχής. Ήταν αναγνώριση. Ένα νεύμα ανάμεσα σε ανθρώπους που ποτέ δεν ένιωσαν πραγματικά ότι ανήκουν εδώ. Σε αυτούς που κοιτούσαν γύρω τους και ένιωθαν ξένοι μέσα στον ίδιο τους τον τόπο, μέσα στην ίδια τους την εποχή.
Γι’ αυτό και κάποιοι δεν τον κατάλαβαν ποτέ.
Γιατί άλλοι άκουγαν στίχους κι άλλοι άκουγαν πληγές.
Και μετά έρχεται το «Γλυκύ μου Έαρ».
Εκεί πια δεν μιλάει μόνο ένας μουσικός. Μιλάει ένας άνθρωπος που έχει συναντήσει την απώλεια κατάματα. Που ξέρει τι σημαίνει να κουβαλάς νεκρούς μέσα σου χωρίς να τους θάβεις ποτέ πραγματικά.
Εκεί δεν υπάρχει σκηνή.
Δεν υπάρχει hip hop.
Δεν υπάρχει low bap.
Δεν υπάρχει ταυτότητα.
Υπάρχει μόνο άνθρωπος.
Κάποιοι καλλιτέχνες γράφουν τραγούδια.
Κάποιοι άλλοι αφήνουν ίχνη ζωής.
Ο Μιχάλης “B.D. Foxmoor” Μυτακίδης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Και γι’ αυτό πρέπει να προσέχετε λίγο περισσότερο όταν μιλάτε για τέτοιους ανθρώπους. Γιατί ο καλλιτέχνης, τη στιγμή που γράφει αλήθεια, αγγίζει κάτι που ξεπερνά τον ίδιο. Κάτι σχεδόν ιερό.
Αλλά όταν τελειώσει το κομμάτι;
Όταν κατέβει από τη σκηνή;
Όταν σβήσουν τα φώτα;
Τότε μένει ο Μιχάλης.
Ένας άνθρωπος.
Όχι σύμβολο. Όχι σημαία. Άνθρωπος. Με δικαίωμα να κουραστεί, να χαθεί, να σωπάσει, να θυμώσει ή ακόμα και να μη θέλει να εξηγεί άλλο.
Έχει δικαίωμα λοιπόν να είναι και B.D. Foxmoor και Μιχάλης και Active Member και κανένας απολύτως.
Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν γεννήθηκαν για να ανήκουν.
Γεννήθηκαν για να αφήσουν αποτύπωμα και να συνεχίσουν να περπατούν μόνοι τους, ακόμα κι όταν όλοι απαιτούν να διαλέξουν στρατόπεδο.

