Η εγκατάσταση καμερών στο οδικό δίκτυο δεν είναι πλέον μια γενική εξαγγελία. Η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε διεθνή ανοιχτό διαγωνισμό για την προμήθεια, εγκατάσταση και λειτουργία περίπου 1.000 σταθερών καμερών, μέσω του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Το έργο βρίσκεται σε διαδικασία ανάθεσης και, αν δεν υπάρξουν εμπλοκές, θα περάσει στο στάδιο της υλοποίησης.
Η είδηση πέρασε χαμηλά. Σχεδόν αθόρυβα. Σαν να πρόκειται για μια τεχνική παρέμβαση που αφορά μόνο την κυκλοφορία και την οδική ασφάλεια. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Γιατί αυτό που προκηρύσσεται δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός ελέγχου παραβάσεων. Είναι η δημιουργία μιας υποδομής καταγραφής της κίνησης των πολιτών σε πραγματικό χρόνο.
Η επίσημη αιτιολόγηση είναι γνωστή και, σε έναν βαθμό, αυτονόητη. Μείωση των τροχαίων, έλεγχος ταχύτητας, συμμόρφωση των οδηγών. Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με την ανάγκη για ασφαλέστερους δρόμους. Το ερώτημα όμως δεν σταματά εκεί. Στην πραγματικότητα, από εκεί ξεκινά.
Γιατί οι κάμερες δεν λειτουργούν ως μεμονωμένα εργαλεία. Ανήκουν σε ένα δίκτυο που μπορεί να αναγνωρίζει πινακίδες, να αποθηκεύει δεδομένα μετακίνησης και να διασυνδέεται με άλλες βάσεις πληροφοριών. Δεν πρόκειται για έναν απλό μηχανισμό επιβολής προστίμων. Πρόκειται για μια ψηφιακή υποδομή με δυνατότητα παρακολούθησης συμπεριφοράς.
Σε μια χώρα που έχει ήδη περάσει από τη σκιά της υπόθεσης Predator, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο «αν χρειάζονται κάμερες». Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος διαχειρίζεται τα δεδομένα, με ποιους όρους και υπό ποιον έλεγχο. Η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να ζητείται ως προϋπόθεση. Οφείλει να τεκμηριώνεται.
Υπήρξε μια περίοδος στην Ελλάδα όπου η ιδέα και μόνο της καταγραφής θα προκαλούσε έντονη αντίδραση. Πολιτικές δυνάμεις, κυρίως από τον χώρο της αριστεράς, θα έθεταν ζήτημα ελευθεριών, θα μιλούσαν για φακέλους και για κράτος επιτήρησης. Δεν ήταν υπερβολή. Σε αυτή τη χώρα άνθρωποι στοχοποιήθηκαν για φακέλους συμπληρωμένους στο χέρι, για καταγραφές που σήμερα μοιάζουν πρωτόγονες μπροστά στις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας.
Σήμερα, η μετάβαση γίνεται χωρίς ένταση. Σχεδόν χωρίς αντίδραση. Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν οι κίνδυνοι. Σημαίνει ότι μειώθηκε η ευαισθησία απέναντί τους.
Η διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο τώρα δεν είναι απλώς τεχνολογική. Είναι βαθιά πολιτική. Τότε υπήρχε ένας φάκελος που μπορούσε να χαθεί, να αλλοιωθεί ή να μείνει σε ένα συρτάρι. Σήμερα υπάρχει ένα ψηφιακό αποτύπωμα που δεν χάνεται, δεν ξεχνά και μπορεί να αναλυθεί σε βάθος χρόνου.
Και κάπου εδώ προκύπτει ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί με σαφήνεια: ποιο προσωπικό δεδομένο παραμένει πραγματικά υπό τον έλεγχο του πολίτη; Όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη.
Το επιχείρημα της ασφάλειας είναι υπαρκτό. Οι κάμερες μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά και να συμβάλουν στη μείωση των ατυχημάτων. Αυτό όμως δεν αναιρεί μια δεύτερη πραγματικότητα. Κάθε σύστημα ελέγχου που δεν συνοδεύεται από αυστηρούς και διαφανείς μηχανισμούς εποπτείας, αργά ή γρήγορα ξεφεύγει από τον αρχικό του σκοπό.
Δεν χρειάζεται υπερβολή για να το καταλάβει κανείς. Αρκεί να δει πώς εξελίσσονται αυτά τα συστήματα διεθνώς. Ξεκινούν ως εργαλεία ασφάλειας και σταδιακά μετατρέπονται σε μηχανισμούς διαχείρισης συμπεριφοράς.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο σε αυτή την υπόθεση δεν είναι η τεχνολογία. Είναι η σιωπή που τη συνοδεύει. Είναι η απουσία ουσιαστικής δημόσιας συζήτησης. Είναι το γεγονός ότι μια τόσο κρίσιμη αλλαγή αντιμετωπίζεται σαν να μην αφορά την καθημερινότητα όλων.
Οι κάμερες θα μπουν. Αυτό δείχνει η πορεία των πραγμάτων. Το ζήτημα είναι αν, όταν αρχίσουμε να κατανοούμε το πλήρες εύρος των δυνατοτήτων τους, θα υπάρχει ακόμα χρόνος να τεθούν όρια.
Γιατί η ιστορία δείχνει κάτι απλό. Οι ελευθερίες δεν περιορίζονται απότομα. Περιορίζονται σταδιακά, μέσα από αποφάσεις που τη στιγμή που λαμβάνονται μοιάζουν λογικές, ακόμη και αναγκαίες.
Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο να αναγνωρίσει κανείς την ώρα που συμβαίνει.

