Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα στέκεται μπροστά μας καθαρή, σχεδόν προκλητική. Δεν χρειάζεται ανάλυση, ούτε ειδικούς, ούτε επιτροπές. Χρειάζεται μόνο μία πράξη: να την αποδεχτείς.
Ο φιλόλογος Ηλίας Γιαννακόπουλος, μέσα από τη λεγόμενη «θεωρία του νεκρού αλόγου», περιγράφει ακριβώς αυτή τη στιγμή. Με μια εικόνα τόσο απλή που γίνεται σχεδόν αφοπλιστική: αν καβαλάς ένα νεκρό άλογο, το μόνο λογικό που μπορείς να κάνεις είναι να κατέβεις.

Κι όμως, δεν κατεβαίνουμε.
Αντί να αποδεχτούμε το προφανές, ξεκινά μια ολόκληρη μηχανή άρνησης. Προσπαθούμε να «βελτιώσουμε» αυτό που έχει ήδη τελειώσει. Επενδύουμε χρόνο, ενέργεια και πόρους σε κάτι που δεν έχει καμία πιθανότητα να κινηθεί ξανά. Αλλάζουμε ανθρώπους, αλλάζουμε στρατηγικές, αλλάζουμε λέξεις. Όχι για να λύσουμε το πρόβλημα, αλλά για να αποφύγουμε τη σύγκρουση με την αλήθεια.
Στήνουμε συσκέψεις. Δημιουργούμε ομάδες εργασίας. Γράφουμε εκθέσεις. Αναλύουμε. Συγκρίνουμε. Δικαιολογούμε. Και μέσα σε όλο αυτό, το βασικό δεδομένο παραμένει ίδιο: το άλογο είναι νεκρό.
Ο Γιαννακόπουλος δεν γράφει απλώς μια ευφυή μεταφορά. Αγγίζει μια βαθιά ανθρώπινη αδυναμία. Την αδυναμία να πούμε «έκανα λάθος». Να αποδεχτούμε ότι επενδύσαμε σε κάτι που δεν δούλεψε. Να εγκαταλείψουμε μια επιλογή που δεν μας οδηγεί πουθενά.
Γιατί η αποδοχή έχει κόστος. Χτυπάει το εγώ. Διαλύει βεβαιότητες. Ακυρώνει προσπάθειες. Και αυτός είναι ο λόγος που προτιμάμε να συνεχίζουμε. Όχι γιατί υπάρχει ελπίδα, αλλά γιατί δεν αντέχουμε την παραδοχή.
Κάπου εκεί, η πραγματικότητα παραμορφώνεται. Αρχίζουμε να αλλάζουμε ακόμη και τις λέξεις. Το «νεκρό» γίνεται «μη λειτουργικό», «υπό βελτίωση», «σε μεταβατικό στάδιο». Δεν αλλάζει τίποτα στην ουσία, αλλάζει μόνο ο τρόπος που το περιγράφουμε, για να αντέχεται.
Και έτσι, το πρόβλημα δεν είναι πια το άλογο. Είναι η επιμονή μας να το καβαλάμε.
Η αξία της σκέψης του Γιαννακόπουλου βρίσκεται ακριβώς εδώ. Στο ότι δεν μας χαρίζει καμία ψευδαίσθηση. Μας φέρνει απέναντι σε μια ερώτηση που δεν σηκώνει υπεκφυγές:
Πόσα «νεκρά άλογα» υπάρχουν γύρω μας — και πόσα από αυτά συνεχίζουμε να συντηρούμε;
Γιατί σε τελική ανάλυση, η διαφορά δεν είναι στο ποιος θα βρεθεί μπροστά σε ένα νεκρό άλογο. Όλοι θα βρεθούμε.
Η διαφορά είναι ποιος θα έχει το θάρρος να κατέβει.
ΠΗΓΗ

