Ένα πρόσφατο δημοσίευμα του E-Daily περιγράφει μια πραγματικότητα που πλέον δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: οι νεότερες γενιές αποκτούν κατοικίδια αντί για παιδιά. Ο σκύλος και η γάτα καταλαμβάνουν σταδιακά έναν χώρο που άλλοτε ανήκε σχεδόν αποκλειστικά στην ανθρώπινη οικογένεια, ενώ γύρω από αυτή τη μεταβολή αναπτύσσεται μια τεράστια νέα οικονομία και, μαζί της, μια διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει αγάπη, φροντίδα και υπευθυνότητα.
Για μένα αυτή η συζήτηση δεν ξεκίνησε σήμερα. Γράφω επανειλημμένα για όλα αυτά τουλάχιστον από το 2014 και, στην πραγματικότητα, πολύ νωρίτερα. Ήδη από το 2008, μέσα από το Dognews, το πρώτο site που δημιούργησα, είχα μιλήσει για την κατεύθυνση που έβλεπα να παίρνει η σχέση ανθρώπου και σκύλου και είχα προβλέψει ακόμη και την είσοδο των αντικαταθλιπτικών στη ζωή των σκύλων. Αργότερα, μέσα από το Dogworld, μίλησα ξανά για την απόκλιση αυτής της σχέσης. Το Dogworld μετονομάστηκε τελικά σε Dogsmind και πάνω σε αυτή την ιδέα στήθηκε μια ολόκληρη εποχή προσπάθειας ενημέρωσης των ανθρώπων, πριν τα πράγματα ξεφύγουν.
Κι όμως, ξέφυγαν. Όχι επειδή οι άνθρωποι σταμάτησαν να αγαπούν τους σκύλους τους, αλλά επειδή η ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύουμε ότι υπηρετούμε έναν ανώτερο σκοπό είναι τεράστια. Θέλουμε να αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε στη σωστή πλευρά, ότι προστατεύουμε τον αδύναμο, ότι πολεμάμε το κακό και ότι είμαστε περισσότερο ενημερωμένοι και περισσότερο ηθικοί από εκείνους που προηγήθηκαν. Όσοι ελέγχουν ή απλώς γνωρίζουν καλά τον τρόπο με τον οποίο κινείται η οικονομία ξέρουν επίσης πολύ καλά πώς να αξιοποιούν αυτό το συναίσθημα.
Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε κάποια συνωμοσία πίσω από όλα αυτά. Η αγορά λειτουργεί πολύ πιο απλά και πολύ πιο αποτελεσματικά. Παρατηρεί την ανθρώπινη ανάγκη, εντοπίζει το συναίσθημα, αντιλαμβάνεται προς τα πού κινείται η κοινωνία και δημιουργεί προϊόντα, υπηρεσίες και ολόκληρες αντιλήψεις γύρω από την ανάγκη μας να πιστεύουμε ότι κάνουμε το καλό.
Κάποιοι θεωρούν ότι είμαι ταγμένος εχθρός των φιλοζωικών οργανώσεων. Κάνουν λάθος. Είμαι ταγμένος εχθρός απέναντι στους επαγγελματίες του πόνου και της ηθικής, απέναντι σε εκείνους που χρειάζονται διαρκώς έναν αδύναμο για να σώσουν, έναν ένοχο για να καταγγείλουν και μια πραγματικότητα για να διαστρεβλώσουν όταν αυτή δεν χωρά στην ιδεολογία τους. Είμαι απέναντι σε κάθε μορφή ηθικής που στέκεται εχθρικά απέναντι σε οτιδήποτε εκφράζεται ως πραγματικότητα από την ίδια τη φύση.
Κάποτε, δεν θυμάμαι πλέον σε ποιο βιβλίο, διάβασα μια φράση που έμεινε μέσα μου: «Η απομάκρυνση από τη φύση οδηγεί σε στρέβλωση την ανθρώπινη σκέψη». Ίσως μόνο αυτή η φράση να αρκεί για να καταλάβουμε τι μας έχει συμβεί.
Ο ένοχος όλης αυτής της ιστορίας, όπως και σε τόσες άλλες ιστορίες, δεν είναι κάποια συνωμοσία. Ο ένοχος είναι η σκέψη.
Όσο διάνοια κι αν θεωρεί κάποιος τον εαυτό του, όσο μορφωμένος, ενημερωμένος ή επιστημονικά καταρτισμένος κι αν είναι, αν δεν έχει καταλάβει ότι η σκέψη λειτουργεί τμηματικά και αν δεν έχει αντιληφθεί τη φύση και τα όριά της, τότε κινδυνεύει η καλύτερη πρόθεση να μετατραπεί στο χειρότερο έγκλημα. Η σκέψη είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο όταν κρατά το κεφάλι χαμηλά, όταν θυμάται ότι είναι νέα και όταν καταλαβαίνει ότι αυτό το μικρό, εκπληκτικό πράγμα που αναπτύχθηκε μέσα στον εγκέφαλό μας και μας διαφοροποίησε βιολογικά από τα υπόλοιπα ζώα είναι πολύ νέο στην ιστορία της ζωής για να θεωρήσει ότι μπορεί να υποκαταστήσει ένα αδιανόητο βάθος γνώσης που προηγήθηκε.
Πριν από τις θεωρίες μας υπήρχε ζωή, πριν από τις ιδεολογίες μας υπήρχε ισορροπία και πριν από τα εγχειρίδια υπήρχε παρατήρηση. Η φύση λειτουργούσε επί αμέτρητο χρόνο μέσα από μηχανισμούς που ακόμη και σήμερα κατανοούμε μόνο αποσπασματικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι η φύση είναι ένας ρομαντικός παράδεισος. Περιλαμβάνει θάνατο, ανταγωνισμό, σύγκρουση, απώλεια και φόβο, όπως περιλαμβάνει συνεργασία, προσαρμογή, όρια, ισορροπία και επικοινωνία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο άνθρωπος αποσπά ένα μικρό κομμάτι αυτής της πραγματικότητας, το εξετάζει μόνο του και στη συνέχεια πιστεύει ότι κατάλαβε το σύνολο.
Εδώ ακριβώς η σκέψη επαναλαμβάνει τον αγαπημένο της ρόλο: διχάζει. Θετική ή άλλη εκπαίδευση, με το μέρος μας ή εναντίον μας, φιλόζωος ή εχθρός των ζώων, προοδευτικός ή οπισθοδρομικός, ηθικός ή ανήθικος. Κάπου ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα χάνεται τελικά ο σκύλος.
Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που με οδήγησαν να αλλάξω τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούσα και να ξεφύγω από το δίπολο «θετική ή άλλη εκπαίδευση». Σταμάτησα να αναζητώ ποια σχολή έχει δίκιο και άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως το ίδιο το ερώτημα είναι λάθος.
Όταν έγραψα ότι «δεν εκπαιδεύεται ο σκύλος», κυριολεκτούσα. Δεν ήταν επικοινωνιακό σύνθημα ούτε εννοούσα ότι χρειαζόμαστε μια καλύτερη τεχνική, ένα διαφορετικό εργαλείο ή μια πιο σύγχρονη μέθοδο για να αλλάξουμε τον σκύλο. Εννοούσα ακριβώς αυτό που έγραψα: καμία εκπαίδευση δεν χρειάζεται σήμερα ο σκύλος. Επανεκπαίδευση χρειάζεται ο άνθρωπος.
Χρειάζεται να μάθει ξανά να παρατηρεί πριν ερμηνεύσει, να ακούει πριν αποφασίσει, να αναγνωρίζει πότε απέναντί του βρίσκεται ένα κουτάβι και πότε ένα ενήλικο ζώο. Να ξεχωρίζει τη χαρά από τη νεύρωση, την επικοινωνία από την εξάρτηση, τον δεσμό από την κατοχή, την προστασία από την ασφυξία, το όριο από τη βία και την ελευθερία από την εγκατάλειψη. Να καταλάβει ότι ο σκύλος δεν είναι παιδί, θεραπευτής, ηθικό παράσημο, πολιτική ταυτότητα ή υποκατάστατο μιας ζωής που δεν ζήσαμε.
Και ίσως, αν μου επιτραπεί να προχωρήσω ακόμη περισσότερο, ο άνθρωπος χρειάζεται μια τέτοια επανεκπαίδευση ώστε κάποτε να μη χρειάζεται στη ζωή του ούτε εκπαιδευτές για τον σκύλο του ούτε, ίσως, ψυχολόγους για το παιδί του. Όχι επειδή η γνώση είναι περιττή ή επειδή οι ειδικοί δεν έχουν θέση, αλλά επειδή μια κοινωνία που χρειάζεται διαρκώς έναν ειδικό για να της εξηγήσει πώς να σχετιστεί με κάθε ζωντανό πλάσμα γύρω της ίσως έχει ήδη χάσει κάτι πολύ πιο θεμελιώδες από μια τεχνική. Έχει χάσει την επαφή.
Ξεκινώντας λοιπόν από ένα άρθρο που περιγράφει ότι ο σημερινός άνθρωπος αντικαθιστά το παιδί με τον σκύλο, αρπάζω για ακόμη μία φορά την ευκαιρία να πω όσο πιο απλά μπορώ κάτι που κανονικά δεν θα έπρεπε να χρειάζεται λέξεις για να περιγραφεί. Το ίδιο πράγμα που με οδήγησε πριν από χρόνια να αλλάξω τη μεθοδολογία μου, να απομακρυνθώ από τα στρατόπεδα και να αμφισβητήσω όχι μόνο τις απαντήσεις, αλλά κυρίως τις ερωτήσεις που κάναμε.
Δεν χρειάζεται να κάνουμε τον σκύλο καλύτερο, περισσότερο ανθρώπινο ή να τον κρατήσουμε για πάντα παιδί. Δεν χρειάζεται να τον προσαρμόζουμε σε κάθε νέα ιδεολογία που γεννά η δική μας εποχή.
Χρειάζεται να μάθουμε ξανά εμείς να κοιτάμε, να ακούμε και να καταλαβαίνουμε.
Και ίσως, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, να επιτρέψουμε στη σκέψη να κάνει κάτι που έχει σχεδόν ξεχάσει: να κρατήσει το κεφάλι χαμηλά μπροστά στη ζωή.
Διαβάστε στο επόμενο άρθρο

