Αύριο, στο Εφετείο Βόλου, δεν θα καθίσουν στο εδώλιο εγκληματίες.
Θα καθίσουν άνθρωποι που τόλμησαν να κάνουν αυτό που κανονικά θα έπρεπε να κάνει το ίδιο το κράτος: να υπερασπιστούν τη δημόσια υγεία.
Η υπόθεση της Φαίης Τζανετουλάκου και των πολιτών που βρέθηκαν απέναντι στην ΑΓΕΤ-Lafarge δεν είναι μια «τοπική διαμαρτυρία».
Είναι μία από τις πιο καθαρές συγκρούσεις στην Ελλάδα ανάμεσα σε κοινωνία και εταιρική εξουσία.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται μια πολυεθνική που εδώ και χρόνια παρουσιάζει την καύση RDF/SRF ως «πράσινη ανάπτυξη».
Από την άλλη, μια πόλη που αναπνέει χημική δυσωδία, βλέπει φορτία απορριμμάτων να καταφθάνουν από το εξωτερικό και ακούει συνεχώς ότι «όλα είναι ασφαλή».
Μόνο που ο Βόλος δεν ζει μέσα σε power point εταιρικών παρουσιάσεων.
Ζει μέσα στον αέρα που αναπνέει.
Το 2019, πολίτες ανέβηκαν στην περίφραξη της ΑΓΕΤ και ανάρτησαν πανό ενάντια στην εκφόρτωση RDF από το πλοίο FIONA. Δεν προκάλεσαν καταστροφές. Δεν έκαψαν εγκαταστάσεις. Δεν έστησαν μηχανισμό βίας. Έκαναν μια συμβολική πράξη πολιτικής ανυπακοής απέναντι σε αυτό που θεωρούσαν περιβαλλοντικό έγκλημα.
Και όμως, η απάντηση δεν ήταν διάλογος.
Ήταν δικαστικές διώξεις.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση τόσο βαριά πολιτικά.
Γιατί όταν μια κοινωνία αρχίζει να αντιμετωπίζει τους πολίτες που διαμαρτύρονται σαν «απειλή», τότε κάτι έχει ήδη σαπίσει στον πυρήνα της δημοκρατίας.
Η Φαίη Τζανετουλάκου στο δημόσιο κείμενό της δεν προσπαθεί να εμφανιστεί ως «ηρωίδα».
Κάνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για το σύστημα: συνδέει τον Βόλο με μια παγκόσμια εικόνα.
Υπενθυμίζει ότι η Lafarge δεν είναι μια απλή τοπική βιομηχανία, αλλά ένας διεθνής κολοσσός που έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπος με τη γαλλική δικαιοσύνη για την υπόθεση της Συρίας και για χρηματοδότηση ένοπλων οργανώσεων προκειμένου να διατηρήσει επιχειρησιακή δραστηριότητα.
Και ξαφνικά το αφήγημα αλλάζει.
Δεν μιλάμε πια μόνο για «καύση σκουπιδιών».
Μιλάμε για το πώς λειτουργεί το σύγχρονο μοντέλο εξουσίας:
- οι εταιρείες κερδίζουν,
- οι πόλεις απορροφούν το κόστος,
- οι πολίτες που αντιδρούν εξαντλούνται δικαστικά.
Ο Βόλος εδώ και χρόνια μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί σε μια κατάσταση περιβαλλοντικής κόπωσης.
Καύση απορριμμάτων. Δυσοσμία. Αιωρούμενα σωματίδια. Βιομηχανική πίεση.
Και πάνω από όλα, μια μόνιμη αίσθηση ότι οι κάτοικοι φωνάζουν αλλά κανείς δεν ακούει.
Ακόμα και αρχιτεκτονικές και κοινωνικές παρεμβάσεις στον Βόλο πλέον μιλούν ανοιχτά για «τραυματισμένο τοπίο» και για ανάγκη απομάκρυνσης της ΑΓΕΤ από τον αστικό ιστό.
Αυτό δεν είναι φυσιολογικό για μια πόλη.
Δεν είναι φυσιολογικό μια κοινωνία να συζητά αν πρέπει να μάθει να ζει δίπλα σε καύση απορριμμάτων.
Το πιο σκληρό όμως δεν είναι η εταιρεία.
Το πιο σκληρό είναι η σιωπή.
Η σιωπή εκείνων που έπρεπε να λειτουργούν σαν ασπίδα της κοινωνίας:
- της αυτοδιοίκησης,
- των ελεγκτικών μηχανισμών,
- του πολιτικού συστήματος,
- ενός κράτους που εμφανίζεται μόνο όταν πρέπει να προστατευθεί η «ομαλή λειτουργία».
Γιατί αν ένας πολίτης αισθάνεται ότι πρέπει να σκαρφαλώσει σε περίφραξη εργοστασίου για να ακουστεί, τότε η θεσμική λειτουργία έχει ήδη αποτύχει.
Αύριο λοιπόν στο Εφετείο Βόλου δεν θα κριθεί μόνο η πράξη τριών ανθρώπων.
Θα κριθεί κάτι βαθύτερο:
Αν η υπεράσπιση του καθαρού αέρα μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παραβατικότητα.
Αν η πολιτική ανυπακοή απέναντι σε μια πολυεθνική είναι πιο επικίνδυνη από την ίδια την περιβαλλοντική επιβάρυνση που καταγγέλλεται.
Αν τελικά ο πολίτης έχει ακόμα δικαίωμα να φωνάζει πριν μετατραπεί η πόλη του σε βιομηχανική ζώνη σιωπής.
Και κυρίως θα κριθεί κάτι που ξεπερνά τον Βόλο:
Αν στην Ελλάδα του 2026 η ζωή έχει μικρότερη αξία από το επιχειρηματικό μοντέλο που παρουσιάζεται ως «πράσινη μετάβαση».
Πηγές:
ERT News
Εποχή
Rosa.gr
Γεγονότα Θεσσαλίας
Cyclades Open
Pressenza
Lafarge Syria Case Documentation

