Η υπόθεση της αποφυλάκισης και επαναφυλάκισης του Αλέκου Γιωτόπουλου δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο: την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη.
Για περισσότερο από δύο δεκαετίες, η ελληνική κοινωνία άκουγε ότι ο Γιωτόπουλος ήταν ο «αρχηγός» της 17 Νοέμβρη. Η εικόνα αυτή εγκαταστάθηκε τόσο βαθιά στη δημόσια συνείδηση, ώστε για πολλούς θεωρείται αυτονόητη αλήθεια. Όμως η Δικαιοσύνη δεν οφείλει να λειτουργεί με βάση τα αυτονόητα. Οφείλει να λειτουργεί με βάση τις αποδείξεις.
Το ερώτημα που επανέρχεται σήμερα δεν είναι αν η 17 Νοέμβρη υπήρξε εγκληματική οργάνωση. Ούτε αν οι δολοφονίες που διέπραξε ήταν πραγματικές. Αυτά είναι δεδομένα. Το ερώτημα είναι αν αποδείχθηκε ποτέ με τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση ότι ένας άνθρωπος που ζούσε για μεγάλα διαστήματα στο εξωτερικό έδινε επιχειρησιακές εντολές οι οποίες εκτελούνταν πειθαρχημένα από έναν ολόκληρο μηχανισμό επί δεκαετίες.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη αντίφαση που σπάνια συζητείται. Η 17 Νοέμβρη παρουσιάστηκε επί χρόνια ως οργάνωση αριστερής, επαναστατικής και λαϊκής αναφοράς. Οι οργανώσεις αυτού του ιδεολογικού χώρου, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί τους, συνήθως επικαλούνται τη συλλογικότητα, τη συναπόφαση και την πολιτική συμμετοχή των μελών τους. Πώς λοιπόν η ίδια οργάνωση εμφανίζεται ταυτόχρονα να λειτουργεί ως ένας μηχανισμός όπου ένας αόρατος ηγέτης δίνει εντολές και όλοι οι υπόλοιποι τις εκτελούν χωρίς αντίρρηση, χωρίς διαφωνία και χωρίς δυνατότητα παρέμβασης;
Αν πράγματι υπήρχε μια τέτοια απόλυτη ιεραρχία, τότε θα περίμενε κανείς να υπάρχουν εξαιρετικά ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν αυτή τη σχέση διοίκησης και υπακοής. Αν, αντίθετα, η οργάνωση λειτουργούσε συλλογικά, τότε η έννοια της ηθικής αυτουργίας αποκτά διαφορετική διάσταση. Το ερώτημα αυτό δεν απαντά στην υπόθεση. Απλώς αναδεικνύει μία αντίφαση που παραμένει ανοιχτή στη δημόσια συζήτηση εδώ και χρόνια.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ένα δεύτερο ερώτημα. Πώς γίνεται άνθρωποι που παραδέχθηκαν τη συμμετοχή τους στην οργάνωση να έχουν κατά καιρούς λάβει άδειες ή άλλες ευεργετικές ρυθμίσεις, ενώ η περίπτωση του ανθρώπου που εξακολουθεί να δηλώνει αθώος να προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις κάθε φορά που εξετάζεται η εφαρμογή των ίδιων διατάξεων;
Δεν πρόκειται για υπεράσπιση του Γιωτόπουλου. Πρόκειται για υπεράσπιση μιας αρχής. Αν ο νόμος εφαρμόζεται διαφορετικά ανάλογα με το πρόσωπο που βρίσκεται απέναντί του, τότε παύει να είναι νόμος και μετατρέπεται σε εργαλείο συγκυρίας.
Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο. Ο μέσος Έλληνας πολίτης δεν παρακολουθεί νομικές αναλύσεις ούτε διαβάζει χιλιάδες σελίδες δικαστικών αποφάσεων. Παρακολουθεί τα γεγονότα και προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα. Και σήμερα βλέπει πράγματα που δυσκολεύεται να κατανοήσει.
Βλέπει ιδιωτικούς φορείς και οργανώσεις να εμφανίζονται ως συνομιλητές ή ακόμη και εκπαιδευτές θεσμών της Δικαιοσύνης. Βλέπει διαρκώς νέα αφηγήματα που παρουσιάζονται ως αναγκαία για το κοινό καλό, αλλά πολλές φορές δημιουργούν την αίσθηση ότι προσωπικά δικαιώματα περιορίζονται ή επαναπροσδιορίζονται χωρίς ουσιαστική δημόσια συζήτηση. Βλέπει υποθέσεις που αντιμετωπίζονται με ακραία αυστηρότητα και άλλες που φαίνεται να κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες. Βλέπει αποφάσεις που για κάποιους θεωρούνται αυτονόητες και για άλλους αδιανόητες.
Μπροστά σε αυτή την εικόνα, ο πολίτης δεν αναρωτιέται μόνο αν μια συγκεκριμένη απόφαση είναι σωστή ή λάθος. Αναρωτιέται αν υπάρχει ακόμη ένας θεσμός που μπορεί να εμπιστευθεί χωρίς επιφυλάξεις. Αναρωτιέται αν οι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους ή αν τελικά η ισχύς, η δημοσιότητα, οι πολιτικές ισορροπίες και οι κοινωνικές πιέσεις επηρεάζουν το αποτέλεσμα περισσότερο από όσο θα έπρεπε.
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ήδη σε μια περίοδο βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς. Μέσα σε αυτό το κλίμα, κάθε υπόθεση που γεννά εύλογα ερωτήματα λειτουργεί σαν επιταχυντής της κρίσης.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες θέτουν ερωτήματα. Το πρόβλημα θα ήταν να σταματήσουν να τα θέτουν.
Η Δικαιοσύνη δεν προστατεύεται από τη σιωπή. Προστατεύεται από τη διαφάνεια, την ισονομία και την πεποίθηση ότι ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται στον αγαπητό και στον μισητό, στον ισχυρό και στον αδύναμο, στον δημοφιλή και στον απομονωμένο.
Γιατί τη στιγμή που η κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι υπάρχουν διαφορετικά μέτρα και σταθμά, η πραγματική καταδίκη δεν αφορά έναν κρατούμενο. Αφορά το ίδιο το κύρος της Δικαιοσύνης.

