Υπάρχουν γραφές που απλώς μεταφέρουν λέξεις.
Και υπάρχουν γραφές που μοιάζουν να κουβαλούν έναν ολόκληρο τρόπο να βλέπεις τον κόσμο.
Η αραβική γραφή ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν είναι μόνο ότι γράφεται από τα δεξιά προς τα αριστερά. Δεν είναι μόνο η αντίθετη φορά σε σχέση με τη δυτική συνήθεια. Είναι ότι αυτή η φορά αλλάζει σχεδόν σωματικά τον τρόπο με τον οποίο μπαίνεις στο κείμενο.
Στη Δύση έχουμε μάθει να προχωρούμε σαν να κατακτούμε τον χώρο. Από τα αριστερά προς τα δεξιά, σε μια γραμμική πορεία, σαν βήμα, σαν μέτρηση, σαν επέκταση.
Η αραβική γραφή κάνει κάτι άλλο.
Ξεκινά από εκεί όπου για εμάς τελειώνει η σελίδα. Σαν να αρνείται να υπακούσει στη δική μας αίσθηση προόδου. Σαν να λέει ότι η σκέψη δεν χρειάζεται πάντα να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση για να είναι βαθιά.
Τα γράμματά της δεν στέκονται μόνα τους σαν ψυχρές μονάδες. Ενώνονται. Ρέουν. Μεταμορφώνονται ανάλογα με τη θέση τους. Ένα γράμμα δεν είναι πάντα ίδιο. Αλλάζει όταν βρίσκεται στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος της λέξης.
Και αυτό από μόνο του είναι μια φιλοσοφία.
Τίποτα δεν υπάρχει αποκομμένο. Κάθε μορφή παίρνει νόημα από τη σχέση της με ό,τι προηγείται και ό,τι ακολουθεί.
Η αραβική γραφή δεν μοιάζει με μηχανισμό. Μοιάζει με αναπνοή.
Έχει καμπύλες, παύσεις, ανοίγματα, αιχμές. Άλλοτε ανεβαίνει σαν φλόγα και άλλοτε χαμηλώνει σαν προσευχή. Δεν διαβάζεται μόνο. Σχεδόν ακούγεται πριν γίνει ήχος.
Γι’ αυτό και η καλλιγραφία στον αραβικό κόσμο δεν είναι απλώς διακόσμηση. Είναι τρόπος πνευματικής έκφρασης. Εκεί όπου η εικόνα πολλές φορές περιορίστηκε, η γραφή ανέλαβε να γίνει εικόνα. Να γίνει αρχιτεκτονική. Να γίνει ρυθμός. Να γίνει μνήμη.
Υπάρχει μια βαθιά νοημοσύνη σε αυτό.
Μια νοημοσύνη που δεν βασίζεται μόνο στη λογική διάταξη των σημείων, αλλά στη σχέση ανάμεσα στο σημάδι, στο βλέμμα και στο ένστικτο.
Γιατί η αραβική γραφή δεν δείχνει να θέλει να επιβληθεί στον αναγνώστη. Τον τραβά μέσα της. Τον βάζει να ακολουθήσει ροή. Να εγκαταλείψει για λίγο τη δυτική ευθεία και να δεχτεί μια άλλη μορφή τάξης.
Μια τάξη πιο οργανική.
Πιο κοντά στο σώμα.
Πιο κοντά στην προσευχή.
Πιο κοντά στην πηγή από όπου ξεκίνησαν όλα: στην ανάγκη του ανθρώπου να δώσει μορφή σε κάτι που πρώτα ένιωσε και μετά σκέφτηκε.
Ίσως γι’ αυτό η αραβική γραφή δεν μοιάζει ποτέ απλώς με γραφή.
Μοιάζει με ποίηση που πήρε σχήμα.
Με ένστικτο που έγινε σύμβολο.
Με μια υπενθύμιση ότι η ανθρωπότητα δεν προχώρησε μόνο επειδή μέτρησε, υπολόγισε και κατέγραψε.
Προχώρησε και επειδή κάποτε ένιωσε την ανάγκη να χαράξει το αόρατο πάνω σε μια επιφάνεια.
Και εκεί, στην καμπύλη ενός γράμματος, μπορεί να κρύβεται περισσότερη μνήμη από όση χωράει σε μια ολόκληρη εξίσωση.

