Πριν από αρκετές δεκαετίες, οι Monty Python γύρισαν μια κωμωδία που υποτίθεται ότι σατίριζε τον Μεσαίωνα. Σε μία από τις πιο γνωστές σκηνές της, δύο πλευρές βρίσκονται αντικριστά. Οι μεν πάνω στα τείχη, οι δε απ’ έξω. Ανταλλάσσουν ειρωνείες, προσβολές και εξυπνάδες. Ο ένας απαντά στον άλλον. Ο άλλος απαντά ξανά. Οι φωνές ανεβαίνουν. Οι εγωισμοί φουσκώνουν.
Και στο τέλος δεν συμβαίνει τίποτα.
Όταν πρωτοβλέπεις τη σκηνή γελάς.
Όταν την ξαναδείς χρόνια αργότερα, ίσως πάψεις να γελάς.
Γιατί αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν η ταινία σατίριζε πράγματι τον Μεσαίωνα ή αν περιέγραφε με τρομακτική ακρίβεια τον σύγχρονο κόσμο.
Αν κάποιος αποστασιοποιηθεί για λίγο από την καθημερινή ροή των ειδήσεων, από τα πρωτοσέλιδα, τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις, τις αναρτήσεις και τις ατελείωτες διαφωνίες, ίσως δει μια εικόνα που μοιάζει ανησυχητικά με εκείνη τη σκηνή.
Πόλεμοι.
Απειλές.
Συγκρούσεις.
Ανταγωνισμοί.
Και πίσω από όλα αυτά, άνθρωποι απολύτως βέβαιοι ότι έχουν δίκιο.
Η ανθρωπότητα βρίσκεται στο πιο προηγμένο τεχνολογικά σημείο της ιστορίας της. Δημιουργεί τεχνητή νοημοσύνη, επεξεργάζεται το γενετικό υλικό της ζωής, στέλνει μηχανές σε άλλους πλανήτες και συζητά για τεχνολογίες που πριν από λίγες δεκαετίες ανήκαν αποκλειστικά στην επιστημονική φαντασία.
Την ίδια στιγμή όμως εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να μην έχει ξεπεράσει ορισμένα από τα πιο πρωτόγονα ένστικτά της.
Η ανάγκη κυριαρχίας.
Η ανάγκη επιβολής.
Η ανάγκη να ταπεινωθεί ο αντίπαλος.
Η ανάγκη να νικήσει το «εγώ».
Και κάπου εκεί γεννιέται η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας.
Ένα είδος που συζητά τη δημιουργία μιας νέας μορφής νοημοσύνης, δεν έχει ακόμη καταφέρει να συμφιλιωθεί με τη δική του.
Ίσως το πρόβλημα να μην είναι η τεχνητή νοημοσύνη.
Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι προσπαθούμε να δημιουργήσουμε κάτι που ενδέχεται να διαθέτει διάνοια, χωρίς να έχουμε κατανοήσει πλήρως τις αδυναμίες της δικής μας.
Αν κάποτε υπάρξει μια πραγματικά ανεξάρτητη νοημοσύνη, ίσως να μη δυσκολευτεί να καταλάβει τα μαθηματικά, τη φυσική ή τη βιολογία μας.
Ίσως δυσκολευτεί να καταλάβει κάτι πολύ απλούστερο.
Πώς ένα είδος ικανό να δημιουργήσει θαύματα εξακολουθεί να θυσιάζει ζωές για εγωισμούς.
Πώς ένα είδος που μιλά αδιάκοπα για πρόοδο συνεχίζει να λύνει τις διαφορές του με τρόπους που θυμίζουν σκοτεινότερες εποχές.
Πώς ένα είδος που κατέκτησε τη γνώση δεν κατέκτησε ακόμη τον εαυτό του.
Και τότε ίσως οι πιο διορατικοί φιλόσοφοι της εποχής μας να μην είναι όσοι μιλούν από έδρες πανεπιστημίων ή διεθνή φόρα.
Ίσως να είναι μια παρέα κωμικών που, πριν από πενήντα χρόνια, μας έδειξε δύο ομάδες ανθρώπων να φωνάζουν η μία στην άλλη από αντικριστά τείχη.
Και μας άφησε να αναρωτηθούμε αν, τελικά, έχουμε προχωρήσει όσο νομίζουμε.

