Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο η υπερβολή.
Είναι ότι σιγά-σιγά χτίζεται μια νέα ηθική κατηγορία ανθρώπου: ο «δυνητικά επικίνδυνος». Και αυτό είναι τεράστιο θεσμικό θέμα.
Έχετε επίγνωση τι είναι αυτό που αρθρώνετε;
Άλλο να πεις:
«Όποιος βασανίζει ένα ζώο αποκαλύπτει σοβαρή διαταραχή συμπεριφοράς και χρειάζεται αξιολόγηση.»
Και άλλο να λες σχεδόν δογματικά:
«Ο κακοποιητής ζώου είναι εν δυνάμει δολοφόνος, βιαστής, εγκληματίας.»
Γιατί τότε περνάς από την πράξη… στην προληπτική ηθική ταξινόμηση ανθρώπων.
Και εκεί αρχίζει ο κατήφορος.
Το αφήγημα αυτό είναι εισαγόμενο κυρίως από αμερικανικά criminology models, όπου χρησιμοποιήθηκαν στατιστικές συσχετίσεις συγκεκριμένων βαριών περιστατικών για να δημιουργηθεί προφίλ επικινδυνότητας. Όμως οι συσχετίσεις δεν είναι αιτιότητα. Το ότι σε κάποιες περιπτώσεις ένας βίαιος εγκληματίας είχε ιστορικό κακοποίησης ζώων δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που εμπλέκεται σε περιστατικό με ζώο αποτελεί «υποψήφιο δολοφόνο».
Αλλιώς ανοίγει μια τεράστια θεσμική πόρτα.
Γιατί τότε πρέπει να απαντήσουν:
Ο κτηνοτρόφος που σφάζει ζώα τι είναι;
Ο εργαζόμενος σε σφαγείο;
Ο κυνηγός;
Ο ψαράς;
Ο βοσκός που βάζει σκύλο απέναντι σε λύκο για να προστατεύσει κοπάδι;
Ο άνθρωπος που μεγάλωσε σε χωριό με εντελώς διαφορετική σχέση με τα ζώα από αυτή που περιγράφουν τα αστικά σαλόνια των ΜΚΟ;
Τι ακριβώς προσπαθούν να περιγράψουν;
Γιατί αν η λογική γίνει:
«όποιος προκαλεί πόνο σε ζώο σχετίζεται με εγκληματικότητα»
τότε μπαίνουμε σε επικίνδυνη περιοχή ηθικής αστυνόμευσης.
Και εκεί το ζήτημα παύει να είναι φιλοζωικό.
Γίνεται πολιτικό.
Γίνεται θεσμικό.
Γίνεται ζήτημα ελέγχου ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσω “ηθικών δεικτών”.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι πολλοί που αναπαράγουν αυτά τα γραφήματα δεν αντιλαμβάνονται καν τι υπονοούν. Νομίζουν ότι απλώς «υπερασπίζονται τα ζώα». Στην πραγματικότητα εισάγουν μια λογική προληπτικής καχυποψίας.
Και όταν αρχίζει ένα κράτος να ψάχνει «σημάδια δυνητικού εγκληματία», η ιστορία έχει δείξει ότι τα πράγματα δεν τελειώνουν ποτέ καλά.
Η προστασία των ζώων είναι αναγκαία.
Η κακοποίηση πρέπει να τιμωρείται αυστηρά.
Αλλά άλλο η προστασία και άλλο η κατασκευή κοινωνικών προφίλ επικινδυνότητας.
Γιατί τότε δεν μιλάμε πλέον για δικαιοσύνη.
Μιλάμε για ιδεολογική ταξινόμηση ανθρώπων.
Και αυτό είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από τους σκύλους.
Κάπου μέσα στην απόλυτη υπερβολή της εποχής χάθηκε η λογική.
Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι πολλοί δεν το έχουν καν καταλάβει.
Τον τελευταίο καιρό αναπαράγονται συνεχώς γραφήματα και αφηγήματα που παρουσιάζουν σχεδόν ως δεδομένο ότι κάποιος που κακοποιεί ζώο είναι πιθανός δολοφόνος, βιαστής, ληστής ή γενικά «επικίνδυνος άνθρωπος». Η εικόνα είναι πάντα η ίδια: στατιστικές, βαρύγδουπες λέξεις, αστυνομική ορολογία και ένα ηθικό σοκ που οδηγεί τον πολίτη σε ένα μόνο συμπέρασμα:
«Αυτός είναι ύποπτος για τα πάντα».
Μόνο που εδώ αρχίζει ένα τεράστιο θεσμικό και πολιτικό ζήτημα.
Άλλο πράγμα να πεις ότι η βαριά κακοποίηση ζώων μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να συνδέεται με αντικοινωνική ή βίαιη συμπεριφορά. Αυτό είναι αντικείμενο εγκληματολογικής έρευνας εδώ και δεκαετίες.
Και άλλο πράγμα να δημιουργείς σχεδόν μια νέα κοινωνική κατηγορία ανθρώπου: τον «δυνητικά επικίνδυνο» επειδή σχετίστηκε με περιστατικό απέναντι σε ζώο.
Γιατί τότε η συζήτηση φεύγει από την προστασία των ζώων και περνάει σε κάτι άλλο: στην ηθική ταξινόμηση πολιτών.
Αυτό το μοντέλο είναι κυρίως εισαγόμενο από αμερικανικές θεωρίες profiling και criminology. Βασίζεται σε στατιστικές συσχετίσεις ορισμένων βαριών εγκλημάτων με ιστορικό κακοποίησης ζώων. Όμως μια στατιστική συσχέτιση δεν είναι απόδειξη αιτιότητας. Το ότι ορισμένοι βίαιοι εγκληματίες είχαν τέτοιο παρελθόν δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που εμπλέκεται σε περιστατικό με ζώο αποτελεί εν δυνάμει εγκληματία.
Αλλιώς πρέπει να απαντηθούν πολύ σοβαρά ερωτήματα.
Ο άνθρωπος που εργάζεται σε σφαγείο τι θεωρείται;
Ο χασάπης;
Ο κυνηγός;
Ο ψαράς;
Ο βοσκός που αφήνει τον σκύλο του να συγκρουστεί με λύκους για να προστατεύσει κοπάδι;
Ο κτηνοτρόφος που μεγάλωσε με μια τελείως διαφορετική σχέση απέναντι στη φύση από αυτή που περιγράφουν τα αστικά γραφεία των ΜΚΟ;
Τι ακριβώς προσπαθούν να περιγράψουν τελικά;
Γιατί αν το αφήγημα γίνει ότι «η βία απέναντι σε ζώο συνδέεται με μελλοντική εγκληματικότητα», τότε ανοίγει μια τρομακτική πόρτα προληπτικής καχυποψίας.
Και εκεί μπαίνει πλέον η αστυνομική λογική μέσα στην ίδια την κοινωνική ηθική.
Από τη στιγμή που ο χώρος της αστυνόμευσης μπήκε βαθιά στο πεδίο των ζώων, άρχισαν να εμφανίζονται θεωρίες και αφηγήματα που ξεπερνούν κάθε λογικό όριο. Άνθρωποι με γραβάτες και powerpoint προσπαθούν να περιγράψουν την ελληνική ύπαιθρο, την κτηνοτροφία, τα κοπάδια, τα τσοπανόσκυλα και τη σχέση ανθρώπου – φύσης μέσα από αμερικανικά αστικά μοντέλα «επικινδυνότητας».
Και το χειρότερο;
Πολλοί από όσους αναπαράγουν αυτά τα αφηγήματα δεν αντιλαμβάνονται καν τι υπονοούν πολιτικά.
Νομίζουν ότι υπερασπίζονται τα ζώα.
Στην πραγματικότητα, όμως, εισάγουν μια λογική όπου το κράτος και διάφοροι μηχανισμοί αρχίζουν να αξιολογούν ανθρώπους όχι μόνο για αυτό που έκαναν, αλλά για αυτό που ίσως θα μπορούσαν να κάνουν στο μέλλον.
Και η ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές ότι όταν μια κοινωνία αρχίζει να ψάχνει «δυνητικά επικίνδυνους ανθρώπους», το τέλος δεν είναι ποτέ καλό.
Η προστασία των ζώων είναι απαραίτητη.
Η κακοποίηση πρέπει να τιμωρείται αυστηρά.
Αλλά άλλο η τιμωρία μιας πράξης και άλλο η κατασκευή ηθικών προφίλ ανθρώπων.
Γιατί τότε δεν μιλάμε πια για φιλοζωία.
Μιλάμε για μια νέα μορφή κοινωνικής επιτήρησης ντυμένης με ηθική ανωτερότητα.
Και κάπου εδώ αρχίζει πλέον και η πολιτική έκθεση της ίδιας της κυβέρνησης.
Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης κινδυνεύει να ταυτιστεί πολιτικά με ένα αφήγημα το οποίο, αν μη τι άλλο, δύσκολα πιστεύει κανείς ότι έχει αντιληφθεί σε όλο του το βάθος.
Διότι άλλο η προστασία των ζώων και άλλο η σταδιακή κατασκευή «δεικτών επικινδυνότητας» μέσα στην κοινωνία.
Άλλο η αυστηρή τιμωρία μιας αποτρόπαιας πράξης και άλλο η δημιουργία μιας νέας ηθικής κατηγορίας υπόπτων.
Αν δεν υπάρξει σαφές όριο, τότε η κυβέρνηση θα βρεθεί εκτεθειμένη απέναντι σε κάτι πολύ σοβαρότερο από ένα φιλοζωικό αφήγημα: στην κατηγορία ότι επιτρέπει να εισάγονται στην ελληνική πραγματικότητα λογικές κοινωνικής επιτήρησης και προληπτικής καχυποψίας απέναντι στους ίδιους τους πολίτες.
Και αυτό είναι ένα πεδίο εξαιρετικά επικίνδυνο για οποιαδήποτε δημοκρατία.

