Ο ελληνικός λαός εναπόθεσε πραγματικά τις ελπίδες του πάνω στη Μαρία Καρυστιανού. Όχι επειδή αναζητούσε άλλη μία πολιτική αρχηγό, αλλά επειδή έβλεπε μπροστά του μία μάνα που κουβαλούσε κάτι αδιαπραγμάτευτο. Τον πραγματικό πόνο. Την αλήθεια ενός ανθρώπου που δεν είχε χτιστεί επικοινωνιακά από μηχανισμούς, κόμματα και επιτελεία.
Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό η παρουσία της συγκίνησε τόσο βαθιά την κοινωνία. Γιατί σε μία εποχή απόλυτης δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς, εμφανίστηκε μία ανθρώπινη φιγούρα που δεν έμοιαζε με επαγγελματία πολιτικό. Ο κόσμος δεν ταυτίστηκε με “στρατηγική”. Ταυτίστηκε με το πένθος.
Όμως εδώ ακριβώς αρχίζει και το πιο επικίνδυνο σημείο.
Από τη στιγμή που μία τέτοια παρουσία αρχίζει να ακουμπά πολιτικά σενάρια, πολιτικές επαφές, πολιτικές ισορροπίες ή ακόμη και υποψίες πολιτικής αξιοποίησης, δημιουργείται αυτομάτως ένα τεράστιο θεσμικό και ηθικό πρόβλημα. Διότι δεν μπορείς ταυτόχρονα να εμφανίζεσαι ως η φωνή μιας ανοιχτής δικαστικής και κοινωνικής πληγής και παράλληλα να κινείσαι μέσα σε πεδίο πολιτικής επιρροής χωρίς να γεννηθούν εύλογα ερωτήματα.
Αύριο, αν υπάρξει πολιτικός ρόλος ή άμεση πολιτική σύνδεση, πώς θα αποδείξει κάποιος ότι δεν υπάρχει θεσμική εμπλοκή με την υπόθεση των Τεμπών; Πώς θα συνεχίσει να μιλά δημόσια ως σημείο πίεσης απέναντι στη Δικαιοσύνη, χωρίς αυτό να μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό εργαλείο; Δεν γίνεται μία τραγωδία να μετατρέπεται σε μόνιμο πολιτικό πεδίο επιρροής. Και δεν μπορεί κανείς να πολιτεύεται έχοντας ως άτυπο “όπλο” μία ανοιχτή πληγή της κοινωνίας.
Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι επίθεση απέναντι στη Μαρία Καρυστιανού. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι η ανάγκη να προστατευθεί αυτό που αρχικά συμβόλιζε.
Γιατί η κοινωνία δεν είχε ανάγκη άλλη μία πολιτική φιγούρα οργής. Είχε ανάγκη τη μάνα Μαρία Καρυστιανού. Τον άνθρωπο που στεκόταν απέναντι στο σύστημα χωρίς κομματικές ταυτότητες. Και μέχρι ένα σημείο το είχε καταφέρει με τρόπο που άγγιξε ακόμα και ανθρώπους με εντελώς διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες.
Τώρα όμως η εικόνα αρχίζει να αλλάζει. Και η αλλαγή αυτή είναι επικίνδυνη όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για το ίδιο το μήνυμα που εξέφρασε.
Γιατί όταν ο πόνος αρχίζει να συνοδεύεται από επικοινωνιακή διαχείριση, πολιτικές διαδρομές, δημόσιες ισορροπίες και σενάρια αξιοποίησης, τότε χάνεται κάτι πολύ σημαντικό. Χάνεται η καθαρότητα.
Η πολιτική δεν μπορεί να συνδέεται με πόνο, θυμό και εκδίκηση. Δεν μπορεί να λειτουργεί πάνω σε ανοιχτά τραύματα σαν να πρόκειται για καύσιμο διαρκείας. Ο πόνος δεν είναι πολιτικό content. Και η κοινωνία οφείλει να το θυμάται αυτό πριν καταστρέψει ακόμα έναν άνθρωπο μετατρέποντάς τον σε σύμβολο που δεν θα μπορέσει ποτέ να σηκώσει.

