Δεν ξέρω αν η Μαρία Καρυστιανού κάνει σωστά ή λάθος πολιτικά βήματα. Ξέρω όμως ότι αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσω ειλικρινά, χωρίς στρατόπεδα, χωρίς χειροκροτητές και χωρίς τη γνωστή ελληνική ανάγκη να μετατρέπουμε κάθε άνθρωπο είτε σε μεσσία είτε σε εχθρό.
Σέβομαι τη Μαρία. Και το λέω ξεκάθαρα. Αν μου έλεγε να κατέβω στον δρόμο για να ζητήσουμε δικαιοσύνη για τα Τέμπη, θα ήμουν εκεί. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί αυτό που συνέβη στα Τέμπη δεν ήταν μια «κακιά στιγμή». Ήταν μια εθνική πληγή που αποκάλυψε, για ακόμη μία φορά, τη σάπια σχέση πολιτικής εξουσίας, κρατικού μηχανισμού και εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στη Δικαιοσύνη.
Όμως άλλο αυτό και άλλο η πολιτική.
Και εδώ φοβάμαι πως γίνεται ένα τεράστιο λάθος. Γιατί πριν ακόμη κλείσει καθαρά και οριστικά η υπόθεση των Τεμπών, πριν υπάρξει πλήρης κάθαρση, πριν η κοινωνία αισθανθεί ότι ειπώθηκε όλη η αλήθεια, ανοίγει ξαφνικά η συζήτηση για νέο πολιτικό φορέα.
Ειλικρινά; Δεν είμαι έτοιμος γι’ αυτό.
Και δεν ξέρω αν είναι έτοιμη ούτε η ίδια η Μαρία.
Το πρώτο ρήγμα, για μένα, δημιουργήθηκε όταν είχε δηλωθεί πως δεν υπήρχε πρόθεση πολιτικής εμπλοκής και τελικά άρχισε να διαμορφώνεται διαφορετική πορεία. Δεν γνωρίζω τι συνέβη. Δεν ξέρω ποιοι μίλησαν μαζί της, ποιοι την επηρέασαν ή αν η ίδια άλλαξε γνώμη. Έχω όμως μάθει να προσέχω πολύ όταν η Ελλάδα αρχίζει να μετατρέπει τον πόνο σε πολιτικό μηχανισμό.
Και το λέω αυτό όχι ψυχρά. Αλλά ανθρώπινα.
Κάποτε ο πατέρας μου μπήκε στο νοσοκομείο με καθολικό καρκίνο. Εκείνες τις μέρες ένας φίλος μου, ο Δημήτρης, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε:
«Χρήστο, κάνε υπομονή… ποτέ δεν ξέρουμε ποιος φεύγει πρώτος.»
Δεν ήταν ειρωνεία. Ήταν μια σοβαρή, ανθρώπινη φράση.
Ο Δημήτρης ήταν μόλις 21 χρονών.
Το ίδιο βράδυ σκοτώθηκε με το αυτοκίνητο πηγαίνοντας προς Θεσσαλονίκη.
Λίγο καιρό μετά έχασα και τον πατέρα μου.
Και τότε ήταν που ένιωσα σαν να με ειρωνεύτηκε το ίδιο το σύμπαν. Σαν να μου πήρε πρώτα ένα παιδί 21 ετών πριν ακόμη φύγει ο ετοιμοθάνατος πατέρας μου. Εκεί κατάλαβα πόσο μικρός είναι τελικά ο άνθρωπος απέναντι στην απώλεια και πόσο εύκολα καταρρέουν όλα όσα θεωρούμε δεδομένα.
Αυτό που θυμάμαι από εκείνες τις μέρες δεν είναι ούτε πολιτική ούτε θεωρίες. Είναι ένα απόλυτο κενό. Ένα σοκ. Ένας θυμός που πάγωνε τα πάντα. Και μετά… σιωπή.
Το πιο παράξενο είναι ότι τις απώλειες δεν τις κατάλαβα τότε. Τις κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα, όταν άνοιξε ξανά το συναισθηματικό μου πεδίο. Τότε συνειδητοποίησα τι πραγματικά είχε συμβεί μέσα μου.
Γι’ αυτό και φοβάμαι να βλέπω ανθρώπους που κουβαλούν τόσο βαρύ πένθος να σπρώχνονται μέσα στην πιο βρώμικη και αδίστακτη αρένα της χώρας: την ελληνική πολιτική σκηνή.
Γιατί η Ελλάδα έχει ένα πολύ επικίνδυνο ταλέντο. Μπερδεύει τα πάντα. Τον θυμό με τη λύση. Την οργή με τη σοφία. Το σύμβολο με την ηγεσία.
Και ίσως κάποιοι τώρα να θέλουν ακριβώς αυτό: να μετατραπεί μια υπόθεση δικαιοσύνης σε κομματικό πεδίο σύγκρουσης. Να ξαναχωριστούμε. Να ξαναμισήσουμε. Να ξαναμπούμε σε στρατόπεδα.
Μετά τη μεγάλη πορεία για τα Τέμπη πέρυσι στην Αθήνα, στην οποία συμμετείχα και εγώ, ανακάλυψα δύο πράγματα που με προβλημάτισαν βαθιά.
Το πρώτο ήταν ότι ο κόσμος, ακόμα και όταν συμμετέχει, στην πραγματικότητα πολλές φορές δεν συμμετέχει. Νομίζω τόσα κινητά σηκωμένα στον αέρα δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Ένιωθα πολλές στιγμές σαν να μην ζούσαμε τη στιγμή αλλά να την καταγράφαμε για να αποδείξουμε ότι βρεθήκαμε εκεί.
Το δεύτερο ήταν ότι ο κόσμος δεν ξέρει να μην πέφτει σε παγίδες. Και αυτό αφορά όλες τις πλευρές.
Οι αλλεπάλληλες συγκεντρώσεις άρχισαν σιγά σιγά να μικραίνουν τη δυναμική. Το είδαμε ακόμη και στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου παράλληλα με τη συγκέντρωση στην Αθήνα ο κόσμος δεν είχε καμία σχέση με αυτό που ζήσαμε πριν από έναν χρόνο.
Μπορεί να κάνω λάθος. Δεν είμαι πολιτικός αναλυτής. Έχω όμως αρκετή εμπειρία για να καταλαβαίνω πώς λειτουργούν οι επικοινωνιολόγοι και οι μηχανισμοί που προσπαθούν να “μετρήσουν” τη σωστή στιγμή.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας.
Η πολιτική έχει γίνει συνεχώς ετεροχρονισμένη. Σαν να κινούνται όλοι πάντα μισό βήμα αργά, επειδή κανείς δεν εμπιστεύεται πλέον το ένστικτό του. Όλοι περιμένουν ειδικούς, μετρήσεις, συμβούλους, ποσοστά, timing.
Αν ήμουν εγώ στη θέση της Μαρίας και είχα μπροστά μου ένα εκατομμύριο ανθρώπους θα ήξερα ότι ήταν η ώρα, ίσως η κίνηση να έπρεπε να γίνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Όχι μήνες μετά. Όχι αφού θα είχε αρχίσει να φθείρεται το συναίσθημα, να κουράζεται ο κόσμος και να μπαίνει μέσα η κομματική καχυποψία.
Γιατί το φαινόμενο «Μαρία Καρυστιανού» ίσως να αποτελεί πραγματικά ένα μεγάλο κεφάλαιο για την Ελλάδα.
Και φοβάμαι βαθιά μήπως αυτό το κεφάλαιο καεί πριν προλάβει να γράψει την ιστορία του.
Δεν αποτελώ σύμβουλο. Δεν προσπαθώ να διδάξω κανέναν.
Αποτελώ έναν άνθρωπο που συναισθάνεται.
Και αυτό που νιώθω αυτή τη στιγμή είναι ότι ακόμα χρειάζομαι τη μητέρα Μαρία.
Και μετά — ίσως πρώτος εγώ — να στηρίξω μια ενδεχόμενη πρωθυπουργό Μαρία.

