Υπάρχει μια παράξενη ψευδαίσθηση που επαναλαμβάνεται κάθε λίγα χρόνια σε αυτή τη χώρα. Η ιδέα ότι αν φύγει ο εκάστοτε πρωθυπουργός, θα λυθεί το πρόβλημα.
Δεν λύθηκε ποτέ.
Ούτε όταν έφυγε ο ένας, ούτε όταν ήρθε ο επόμενος. Το μόνο που άλλαζε ήταν το όνομα στην ταμπέλα. Ο μηχανισμός έμενε ο ίδιος.
Σήμερα, το ίδιο έργο παίζεται ξανά. Άρθρα, δηλώσεις, αναλύσεις, όλα συγκλίνουν σε ένα αίτημα: να πέσει ο Μητσοτάκης.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν πρέπει να πέσει.
Το ερώτημα είναι: να έρθει ποιος;
Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει άνθρωπος που να εκφράζει την κοινωνία. Κανένας που να δημιουργεί ρεύμα εμπιστοσύνης, κανένας που να δίνει την αίσθηση ότι “αν έρθει αυτός, κάτι αλλάζει”.
Δεν πρόκειται απλώς για πολιτικό πρόβλημα. Πρόκειται για υπαρξιακό κενό.
Μια κοινωνία που δεν βρίσκει πρόσωπο να πιστέψει, αντί να το αντιμετωπίσει, επιλέγει να ρίξει αυτόν που ήδη έχει.
Αυτό δεν είναι λύση. Είναι κύκλος.
Αν οδηγηθεί η χώρα τώρα σε εκλογές, το πιθανότερο δεν είναι η “αλλαγή”. Το πιθανότερο είναι η αστάθεια. Επαναληπτικές κάλπες, προσωρινές ισορροπίες, κυβερνήσεις χωρίς αντοχή στον χρόνο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο ίδιος άνθρωπος που σήμερα στοχοποιείται, θα επιστρέψει ως “αναγκαίο κακό”.
Όχι επειδή έγινε καλύτερος.
Επειδή δεν υπάρχει άλλος.
Ένα μεγάλο μέρος από αυτά που βλέπουμε σήμερα δεν γεννήθηκε τώρα. Πρόκειται για αποτέλεσμα δεκαετιών. Μηχανισμοί που λειτουργούν στο παρασκήνιο, σχέσεις εξουσίας, τρόποι διαχείρισης που απλώς αλλάζουν χέρια.
Όποιος πιστεύει ότι θα εξαφανιστούν με μια παραίτηση, δεν έχει καταλάβει πού ζει.
Στο θέμα των υποκλοπών, η επιλεκτική μνήμη φτάνει στα όρια της πρόκλησης. Αν μετρηθούν οι κυβερνήσεις που δεν κατηγορήθηκαν ποτέ για παρακολουθήσεις, το αποτέλεσμα θα είναι αποκαλυπτικό.
Αυτό δεν αθωώνει κανέναν.
Καταρρίπτει όμως το αφήγημα ότι ζούμε κάτι πρωτοφανές.
Η διαφορά σήμερα είναι ότι όλα βγαίνουν στην επιφάνεια. Όταν όλα φαίνονται, η κοινωνία αντιδρά με ένταση, όχι πάντα με κατανόηση.
Η ένταση όμως δεν παράγει λύσεις.
Η χώρα δεν βρίσκεται σε σημείο που να αντέχει πολιτικά πειράματα. Δεν υπάρχει περιθώριο για έναν κύκλο εκλογών χωρίς καθαρή προοπτική. Το ζήτημα δεν είναι κομματικό. Είναι ζήτημα σταθερότητας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να είναι “να φύγει”.
Πρέπει να είναι “να αλλάξει”.
Ο Μητσοτάκης οφείλει να αλλάξει πολιτική, να σταματήσει να ακούει τους συμβούλους και να κάνει ένα reset στον εαυτό του επιστρέφοντας στις εργοστασιακές ρυθμίσεις.
Αν δεν το κάνει, θα φθαρεί και θα πέσει.
Αν όμως πέσει τώρα, χωρίς να υπάρχει κάτι πραγματικά νέο να τον αντικαταστήσει, το μόνο που θα καταφέρει η χώρα είναι να τον επαναφέρει.
Τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ποιος κυβερνά.
Το πρόβλημα θα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει κανέναν.
Σε εκείνο το σημείο, τελειώνει η πολιτική.
Αρχίζει κάτι άλλο.

