Από την περίοδο της πανδημίας και μετά, τα social media δεν άλλαξαν απλώς τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε. Άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η δημόσια συζήτηση, η ενημέρωση, οι κοινωνικές σχέσεις και, σε μεγάλο βαθμό, η ίδια η αντίληψη της πραγματικότητας. Τα προβλήματα υπήρχαν και πριν. Μετά την πανδημία όμως η ένταση, η έκτασή τους και οι συνέπειές τους άλλαξαν εντελώς.
Οι καταγγελίες προς τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος αποτελούν πλέον καθημερινότητα. Το αν οι αρμόδιες υπηρεσίες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν λόγω του τεράστιου όγκου των υποθέσεων ή λόγω οργανωτικών περιορισμών είναι μια διαφορετική συζήτηση. Το γεγονός όμως είναι ότι οι διαδικτυακές συγκρούσεις αυξάνονται συνεχώς και αρκετές από αυτές δεν παραμένουν πλέον πίσω από μια οθόνη. Μεταφέρονται στην πραγματική ζωή, οδηγώντας ακόμη και σε συμπλοκές.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια παρακολουθώ συστηματικά όλες σχεδόν τις μεγάλες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Τα συμπεράσματά μου δεν βασίζονται σε φήμες ούτε σε αφηγήσεις τρίτων. Έχω παρακολουθήσει αντιπαραθέσεις που κατέληξαν σε μηνύσεις, σε σχηματισμό δικογραφιών και σε δικαστικές αίθουσες. Έχω δει ανθρώπους να καταστρέφουν προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις εξαιτίας μιας ανάρτησης ή ενός live και έχω διαπιστώσει ότι το όριο ανάμεσα στον ψηφιακό και τον πραγματικό κόσμο γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτο.
Παράλληλα, δεν είναι πλέον σπάνιο να εμφανίζονται δημόσια αναρτήσεις ή ζωντανές μεταδόσεις στις οποίες κάποιοι μιλούν ακόμη και για πώληση ναρκωτικών, για «παροχή προστασίας» ή για άλλες εγκληματικές δραστηριότητες. Δεν αναφέρω κάτι άγνωστο στις διωκτικές αρχές. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία έχει αντιληφθεί πόσο εύκολα μπορεί να κυκλοφορεί τέτοιου είδους περιεχόμενο μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων χρηστών, ανάμεσά τους και ανήλικοι.
Ο εκχυδαϊσμός της γλώσσας, ιδιαίτερα σε πλατφόρμες όπως το TikTok, έχει αυξηθεί δραματικά. Βρισιές, δημόσιες ταπεινώσεις, απειλές, προσωπικές επιθέσεις και οργανωμένες διαδικτυακές αντιπαραθέσεις αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας. Περιεχόμενο που πριν από λίγα χρόνια δύσκολα θα μπορούσε να προβληθεί δημόσια, σήμερα καταναλώνεται από εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς ιδιαίτερους φραγμούς.
Το ίδιο σοβαρό είναι και το ζήτημα της ενημέρωσης. Ο όγκος της πληροφορίας είναι τόσο μεγάλος ώστε ο πολίτης πολλές φορές αδυνατεί να ξεχωρίσει τι είναι πραγματικό και τι όχι. Δεν γνωρίζει ποιος είναι ο συντάκτης μιας ανάρτησης, ποια είναι η αρχική πηγή της, αν μια φωτογραφία ή ένα βίντεο είναι πρόσφατα ή αν αναπαράγονται εκτός του πραγματικού τους πλαισίου. Μέσα σε αυτή τη συνεχή ροή πληροφορίας, η αλήθεια, η παραπληροφόρηση και η σκόπιμη προπαγάνδα συνυπάρχουν, ενώ ο μέσος χρήστης καλείται να τις ξεχωρίσει μόνος του.
Η συζήτηση γίνεται ακόμη σοβαρότερη αν συνυπολογίσει κανείς τις διεθνείς αντιπαραθέσεις που έχουν αναπτυχθεί γύρω από τη συνεργασία μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών με κυβερνήσεις και κρατικούς οργανισμούς. Υποθέσεις όπως η συνεργασία της Google με το κράτος του Ισραήλ μέσω του Project Nimbus άνοιξαν μια παγκόσμια συζήτηση για τη δύναμη που διαθέτουν πλέον οι ψηφιακές πλατφόρμες και για το κατά πόσο μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο διακινείται η πληροφορία. Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές απόψεις που υπάρχουν, τα ερωτήματα που γεννήθηκαν παραμένουν και αφορούν κάθε δημοκρατική κοινωνία.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας ίσως δεν είναι μόνο η παραπληροφόρηση. Είναι ότι η κοινωνική συνείδηση διαμορφώνεται πλέον σε τεράστιο βαθμό μέσα από πληροφορίες που φτάνουν στους πολίτες μέσω αλγορίθμων και ψηφιακών πλατφορμών. Κανείς δεν είναι σήμερα σε θέση να μετρήσει με ακρίβεια ποιο είναι το πραγματικό επίπεδο επιρροής που ασκούν αυτοί οι μηχανισμοί στις πολιτικές επιλογές, στις κοινωνικές αντιλήψεις και στην καθημερινή σκέψη εκατομμυρίων ανθρώπων.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη παράμετρος που αξίζει να απασχολήσει σοβαρά τη δημόσια συζήτηση. Οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες αποτελούν πλέον οικονομικούς κολοσσούς. Μέσω της νόμιμης φορολόγησης των δραστηριοτήτων τους αποφέρουν σημαντικά δημόσια έσοδα, ενώ καθημερινά διακινούνται τεράστια χρηματικά ποσά.
Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τι συμβαίνει στις ζωντανές μεταδόσεις του TikTok. Εικονικά δώρα, διαγωνισμοί μεταξύ χρηστών και συνεχείς οικονομικές συναλλαγές οδηγούν στη διακίνηση ποσών που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν εκατομμύρια ευρώ. Δημιουργούνται άνθρωποι που αποκτούν πολύ μεγάλα εισοδήματα μέσα από έναν μηχανισμό τον οποίο η μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας δεν γνωρίζει ούτε κατανοεί, ενώ η ίδια η πλατφόρμα παρακρατεί σημαντικό μέρος αυτών των συναλλαγών.
Εδώ γεννώνται εύλογα ερωτήματα. Με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η προέλευση των χρημάτων που δαπανώνται σε τόσο μεγάλη κλίμακα; Ποιοι είναι οι πραγματικοί μηχανισμοί ελέγχου όταν εμφανίζονται χρήστες να διαθέτουν εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια ευρώ σε ψηφιακά δώρα; Πώς ελέγχεται ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από νόμιμες δραστηριότητες; Και τελικά, μήπως η τεράστια οικονομική σημασία που έχουν αποκτήσει οι πλατφόρμες, τόσο για τις ίδιες όσο και για τα δημόσια έσοδα μέσω της φορολόγησης, λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι στην επιβολή αυστηρότερων κανόνων εποπτείας; Είναι ένα ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα social media θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν μια δημοκρατική κοινωνία μπορεί να αποδέχεται ότι ένα τόσο μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης, της ενημέρωσης, της οικονομικής δραστηριότητας και της διαμόρφωσης αντιλήψεων πραγματοποιείται μέσα σε ένα περιβάλλον του οποίου οι πραγματικοί μηχανισμοί λειτουργίας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αόρατοι για τους ίδιους τους πολίτες.
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας να μην είναι η ίδια η τεχνολογία. Ίσως είναι η ανάγκη να διασφαλίσουμε ότι η τεχνολογία θα συνεχίσει να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι ότι ο άνθρωπος θα διαμορφώνει τις επιλογές, τις απόψεις και τελικά τη συνείδησή του μέσα από μηχανισμούς τους οποίους ούτε γνωρίζει ούτε μπορεί να ελέγξει.

