Η συζήτηση που άνοιξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης γύρω από την καθολική αξιολόγηση στο Δημόσιο αγγίζει ένα σημείο στο οποίο μεγάλο μέρος της κοινωνίας συμφωνεί. Η Ελλάδα κουβαλά για δεκαετίες τις παθογένειες ενός κράτους όπου πολλές φορές η ατιμωρησία, η κομματική προστασία και η απουσία ελέγχου δημιούργησαν στρεβλώσεις που πλήρωσαν τελικά οι ίδιοι οι πολίτες.
Όμως υπάρχει μία λεπτομέρεια που είναι πολύ πιο σημαντική από την ίδια τη λέξη «αξιολόγηση».
Ποιος θα αξιολογεί αυτούς που αξιολογούν;
Γιατί εκεί αρχίζει το πραγματικό ζήτημα της Δημοκρατίας.
Σε μια χώρα με βαθύ ιστορικό κομματισμού, πελατειακών μηχανισμών και πολιτικών εξαρτήσεων, η αξιολόγηση δεν μπορεί να παρουσιαστεί απλώς σαν τεχνοκρατικό εργαλείο. Αν ο μηχανισμός που θα την εφαρμόσει δεν υπόκειται και ο ίδιος σε αυστηρό έλεγχο, τότε εύκολα μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο βελτίωσης σε εργαλείο επιρροής, φόβου ή πειθάρχησης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευκαιρία για τον ίδιο τον Πρωθυπουργό.
Τον τελευταίο καιρό φαίνεται να χαμηλώνει τους τόνους και να αποφεύγει τη μόνιμη σύγκρουση. Αν αυτό είναι πραγματική πολιτική επιλογή και όχι απλή επικοινωνιακή διαχείριση, τότε ίσως έχει μπροστά του την ευκαιρία να ανοίξει μια διαφορετική σελίδα.
Γιατί μια τόσο βαθιά αλλαγή δεν μπορεί να προχωρήσει σωστά μέσα σε εμφυλιοπολεμικό πολιτικό κλίμα.
Αν πράγματι η κυβέρνηση θέλει να πείσει ότι στόχος είναι η βελτίωση του κράτους και όχι ο έλεγχός του, τότε οφείλει να ρίξει το χαλί σε μια ουσιαστική συνεννόηση με την αντιπολίτευση. Όχι επικοινωνιακά. Πραγματικά.
Να δημιουργηθεί ένας κοινός θεσμικός άξονας, με ασφαλιστικές δικλείδες, διαφάνεια και έλεγχο όλων των πλευρών.
Ίσως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η χώρα να χρειάζεται να λειτουργήσει πάνω σε μία ελάχιστη εθνική συνεννόηση και όχι πάνω στη λογική της μόνιμης πολιτικής εξόντωσης.
Ο κόσμος έχει κουραστεί.
Έχει κουραστεί από κραυγές, τηλεοπτικές μονομαχίες, κομματικές στρατιές και αντιπαραθέσεις που τελικά δεν αλλάζουν τίποτα στην καθημερινότητά του.
Ο πολίτης δεν ζητά πλέον πολιτικούς που απλώς νικούν ο ένας τον άλλον. Ζητά ένα κράτος που να λειτουργεί χωρίς να αισθάνεται ότι κάθε νέα μεταρρύθμιση κρύβει πίσω της έναν νέο μηχανισμό ελέγχου.
Η αξιολόγηση μπορεί πράγματι να γίνει απαραίτητο εργαλείο προόδου.
Αλλά μόνο αν πρώτα αποδείξει ότι δεν βρίσκεται πάνω από τη Δημοκρατία.

