Η κατάθεση επίκαιρης ερώτησης από τον βουλευτή Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ Βασίλη Κόκκαλη προς τον υπουργό Εσωτερικών αποτελεί μια εξέλιξη που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη από όσους παρακολουθούν τα τελευταία χρόνια τις εξελίξεις γύρω από την πολιτική διαχείρισης των ζώων συντροφιάς στην Ελλάδα.
Ο κ. Κόκκαλης δεν αμφισβητεί την ανάγκη προστασίας των ζώων ούτε στρέφεται κατά της φιλοζωίας. Αντίθετα, επιλέγει να θέσει μια σειρά ερωτημάτων που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο συγκεκριμένες ΜΚΟ βρέθηκαν να κατέχουν κεντρικό ρόλο σε συνεργασίες με κρατικούς φορείς, σε εκπαιδευτικές δράσεις και σε πρωτοβουλίες που συνδέονται άμεσα με την εφαρμογή της δημόσιας πολιτικής για τα ζώα.
Τα ερωτήματα που τίθενται δεν είναι αμελητέα. Με ποια κριτήρια επελέγησαν οι συγκεκριμένοι φορείς; Υπήρξε δυνατότητα συμμετοχής και άλλων οργανώσεων; Ποιος αξιολογεί το περιεχόμενο των εκπαιδεύσεων; Ποιος ασκεί εποπτεία στις συνεργασίες αυτές; Ποια είναι τα θεσμικά όρια ανάμεσα στον ρόλο του κράτους και στην επιρροή ιδιωτικών οργανισμών;
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στην αποκαλούμενη «Αστυνομία Ζώων», έναν όρο που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπιζόταν από αρκετούς ως υπερβολικός ή θεωρητικός. Σήμερα όμως εμφανίζεται στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου, γεγονός που από μόνο του αποδεικνύει ότι η συζήτηση έχει πλέον μεταφερθεί σε διαφορετικό επίπεδο.
Δεν είναι η πρώτη φορά που τα συγκεκριμένα ζητήματα εμφανίζονται στη δημόσια σφαίρα. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευθεί στοιχεία, έχουν διατυπωθεί ερωτήματα και έχουν γίνει δημόσιες παρεμβάσεις σχετικά με τον ρόλο συγκεκριμένων οργανώσεων, τις συνεργασίες τους με κρατικούς φορείς και την επιρροή τους στη διαμόρφωση πολιτικών που αφορούν εκατοντάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες ζώων στη χώρα.
Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι ότι τα ερωτήματα αυτά δεν παραμένουν πλέον μόνο στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης. Καταγράφονται επισήμως στη Βουλή και αναζητούν απαντήσεις από την ίδια την Πολιτεία.
Η εξέλιξη αυτή δεν προδικάζει τίποτα. Δεν αποδεικνύει παρατυπίες, δεν επιβεβαιώνει καταγγελίες και δεν οδηγεί αυτόματα σε συμπεράσματα. Η σοβαρότητα επιβάλλει να περιμένουμε τις απαντήσεις πριν διαμορφώσουμε οριστικές κρίσεις.
Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Εδώ και χρόνια έχω θέσει δημόσια αντίστοιχα ερωτήματα μέσα από άρθρα, έρευνα και ανοιχτές επιστολές. Τα ερωτήματα αυτά αφορούσαν τις ίδιες συνεργασίες, τους ίδιους μηχανισμούς και τις ίδιες διαδικασίες που σήμερα αποτελούν αντικείμενο κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η τελευταία από αυτές τις παρεμβάσεις απευθύνθηκε ακόμη και προς τον Πρωθυπουργό της χώρας.
Μέχρι σήμερα δεν έλαβα καμία ουσιαστική απάντηση.
Για τον λόγο αυτό, η παρέμβαση του κ. Κόκκαλη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Όχι επειδή επιβεβαιώνει κάποιον. Όχι επειδή δικαιώνει κάποιον. Αλλά επειδή ίσως προσφέρει για πρώτη φορά τη δυνατότητα να δοθούν δημόσιες και επίσημες απαντήσεις σε ερωτήματα που επί χρόνια παρέμεναν αναπάντητα.
Ας ευχηθούμε λοιπόν ότι αυτή τη φορά οι απαντήσεις θα δοθούν μέσα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.
Διότι έναν πολίτη μπορεί κανείς να τον αγνοήσει.
Μια επιστολή μπορεί να μείνει αναπάντητη.
Μια κοινοβουλευτική ερώτηση, όμως, απαιτεί θεσμική απάντηση.
Και αυτό είναι κάτι που αφορά όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούν ή διαφωνούν με τα ερωτήματα που τίθενται.

