Υπήρξε μια εποχή που ο άνθρωπος μπορεί να πέθαινε νωρίτερα, αλλά συχνά έφευγε νιώθοντας ακόμα κομμάτι της κοινότητάς του.
Σήμερα, οι αριθμοί μάς λένε ότι ζούμε περισσότερο από ποτέ. Η ιατρική εξελίχθηκε, τα φάρμακα πολλαπλασιάστηκαν, οι επεμβάσεις έγιναν ασφαλέστερες και οι στατιστικές ανεβαίνουν συνεχώς. Το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε.
Το ερώτημα όμως είναι άλλο:
Αυξήθηκε πραγματικά η ζωή ή απλώς αυξήθηκε ο χρόνος παραμονής μας μέσα σε αυτή;
Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο καρδιακοί παλμοί και βιολογική επιβίωση. Ζωή είναι να αισθάνεσαι ότι υπάρχεις μέσα σε έναν ιστό ανθρώπων. Ότι προσφέρεις. Ότι η παρουσία σου έχει ακόμη νόημα. Ότι κάποιος χρειάζεται τη γνώση, τη μνήμη, την εμπειρία ή έστω την απλή παρουσία σου.
Στις παλιότερες κοινωνίες, ο ηλικιωμένος δεν ήταν πάντα δυνατός. Ήταν όμως συχνά χρήσιμος. Ο παππούς στο χωριό μπορεί να μην όργωνε πλέον το χωράφι, αλλά κρατούσε ζωντανή την οικογένεια. Η γιαγιά μπορεί να μην κουβαλούσε βάρη, αλλά μετέφερε ιστορίες, συνήθειες, τρόπους ζωής και συνοχή.
Ο άνθρωπος δεν αποσυρόταν από τη ζωή επειδή γέρασε. Απλώς άλλαζε ρόλο.
Σε αρκετούς αρχαίους και παραδοσιακούς πολιτισμούς, οι δεσμοί της ομάδας ήταν τόσο ισχυροί ώστε η ίδια η επιβίωση της κοινότητας βρισκόταν πάνω από το άτομο.
Σε κάποιες φυλές των Inuit, όταν οι συνθήκες γίνονταν ακραίες και η τροφή δεν επαρκούσε, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις ηλικιωμένων που επέλεγαν μόνοι τους να μείνουν πίσω στον πάγο ή να σταματήσουν να τρώνε ώστε να επιβιώσουν οι νεότεροι και τα παιδιά της ομάδας. Σήμερα αυτό μοιάζει σκληρό ή αδιανόητο. Για εκείνους όμως είχε μια διαφορετική διάσταση: η ομάδα έπρεπε να συνεχίσει να υπάρχει.
Σε κάποιες νομαδικές φυλές των πεδιάδων της Βόρειας Αμερικής, όπως μεταξύ ορισμένων ομάδων των Lakota, ένας ηλικιωμένος πολεμιστής που δεν μπορούσε πια να ακολουθήσει τη μετακίνηση της φυλής μπορούσε να επιλέξει συνειδητά να μείνει πίσω, γνωρίζοντας τι αυτό σήμαινε. Όχι επειδή δεν τον αγαπούσαν, αλλά επειδή η επιβίωση δεκάδων ανθρώπων εξαρτιόταν από το βάρος που μπορούσε να μεταφέρει η ομάδα.
Ακόμα και στη Σπάρτη, η κοινωνία ήταν δομημένη γύρω από την ιδέα ότι το άτομο υπάρχει ως μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου. Η προσωπική θυσία για την πόλη θεωρούνταν ύψιστη τιμή. Σήμερα μπορεί να βλέπουμε μόνο τη σκληρότητα αυτού του τρόπου σκέψης, αλλά τότε δημιουργούσε δεσμούς σχεδόν αδιανόητους για τη σύγχρονη ατομικιστική κοινωνία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο παλιός κόσμος ήταν “καλύτερος”. Ήταν συχνά αδυσώπητος. Ένας χειμώνας, μια ξηρασία ή μια αρρώστια μπορούσαν να εξαφανίσουν ολόκληρες κοινότητες.
Όμως υπήρχε κάτι που σήμερα αρχίζει να χάνεται:
η αίσθηση ότι ο άνθρωπος ανήκει πραγματικά κάπου και ότι η ύπαρξή του έχει νόημα μόνο μέσα από τη σχέση του με τους άλλους.
Σήμερα πολλές κοινωνίες μοιάζουν να αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο σαν οικονομική μονάδα:
όσο παράγει, υπάρχει.
Όταν σταματήσει να παράγει, μετακινείται αθόρυβα στο περιθώριο.
Και εκεί αρχίζει μια σιωπηλή μορφή εξαφάνισης.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι “σβήνουν” ψυχολογικά λίγο μετά τη συνταξιοδότηση. Όχι επειδή γέρασε ξαφνικά το σώμα τους, αλλά επειδή χάθηκε ο κοινωνικός τους ρόλος.
Η τεχνολογία κατάφερε να παρατείνει τη βιολογική διάρκεια της ζωής. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι κατάφερε να προστατεύσει την ανθρώπινη παρουσία μέσα σε αυτή.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα μιας σύγχρονης κοινωνίας:
Θέλουμε ανθρώπους που απλώς επιβιώνουν περισσότερο ή ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν πραγματικά μέχρι το τέλος;
Ίσως τελικά η ποιότητα μιας κοινωνίας να μην φαίνεται από το πόσα χρόνια κρατά έναν άνθρωπο ζωντανό, αλλά από το αν του επιτρέπει να αισθάνεται χρήσιμος, αναγκαίος και ανθρώπινος μέχρι την τελευταία του μέρα.
Πηγές:
- “The Old Way: A Story of the First People” — Elizabeth Marshall Thomas
- “The Lakota Way” — Joseph M. Marshall III
- “Daily Life of the Inuit” — Pamela R. Stern
- “Growing Old in Different Societies” — Jay Sokolovsky
- “Aging and Old Age in Traditional Societies” — Maxwell J. Mehlman
- Ιστορικές αναφορές για τη Σπάρτη από:
- Πλούταρχος — «Λυκούργος»
- Ξενοφών — «Λακεδαιμονίων Πολιτεία»
- Θουκυδίδης — «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου»

