Οι Panx Romana συνόδευσαν και συνεχίζουν να συνοδεύουν όσους αρνήθηκαν να γονατίσουν μπροστά στα αφηγήματα μιας ψευτοδημοκρατίας. Μιας πραγματικότητας που χρόνο με τον χρόνο γιγαντώθηκε σε βαθμό που ίσως κανείς μας δεν φανταζόταν όταν ακούγαμε για πρώτη φορά αυτούς τους στίχους.
Όταν τραγουδούσαν «Έλληνα, η Ακρόπολη δεν σου ανήκει», ίσως τελικά δεν μιλούσαν για κάποιον ξένο. Ίσως μιλούσαν για τον σημερινό Νεοέλληνα. Για τον άνθρωπο που από πολίτης μετατράπηκε σε οπαδό. Που περιμένει κάποιον άλλον να τον σώσει. Έναν πολιτικό, έναν αρχηγό, έναν ειδικό, μια οθόνη, έναν αλγόριθμο.
Και κάπως έτσι ξέχασε ότι η ευθύνη της ελευθερίας ήταν πάντα δική του.
Ξέχασε τις αξίες που άφησε πίσω του. Ξέχασε τον επαναστάτη εαυτό του. Ξέχασε ότι κάποτε αμφισβητούσε, διεκδικούσε, συγκρουόταν και ονειρευόταν. Αντάλλαξε το συναίσθημα με την ασφάλεια της συμμόρφωσης και άφησε τη λογική των καιρών να ορίζει τι πρέπει να σκέφτεται, τι πρέπει να φοβάται και τι πρέπει να επιθυμεί.
Γι’ αυτό οι Panx Romana παραμένουν επίκαιροι. Όχι επειδή ανήκουν στο παρελθόν, αλλά επειδή συνεχίζουν να θυμίζουν κάτι που πολλοί προσπαθούν να ξεχάσουν.
Ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται. Δεν παραδίδεται μέσα από οθόνες, κομματικά συνθήματα ή επικοινωνιακά αφηγήματα. Η ελευθερία θυμάται. Διεκδικείται. Και συχνά έχει κόστος.
Η διαδρομή τους άλλωστε δεν χτίστηκε μέσα σε προστατευμένα περιβάλλοντα. Οι Panx Romana βρέθηκαν δίπλα σε μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της παγκόσμιας και ελληνικής rock και punk σκηνής, μοιράζοντας τη σκηνή με τους Ramones, Dead Kennedys, Adicts και Fleshtones, αλλά και με εμβληματικές μορφές της ελληνικής μουσικής όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Νικόλας Άσιμος και οι Τρύπες.
Παράλληλα, δεν περιορίστηκαν ποτέ στον ρόλο ενός συγκροτήματος που απλώς γράφει τραγούδια. Μέσα από τα «Αντισώματα» και το Immigraniada Festival, επέλεξαν να μετατρέψουν τη μουσική σε πράξη, στηρίζοντας κοινωνικές πρωτοβουλίες, ευάλωτες ομάδες και ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο μιας κοινωνίας που συχνά ξεχνά τους πιο αδύναμους.
Ίσως γι’ αυτό οι Panx Romana δεν αποτελούν απλώς μια μπάντα. Αποτελούν κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής μουσικής ιστορίας. Ένα συγκρότημα που κατάφερε να επιβιώσει χωρίς να προδώσει τον λόγο για τον οποίο γεννήθηκε.
Το Σάββατο 29 Αυγούστου, στο 14ο Φεστιβάλ Βρύσης Τυρνάβου, θα έχουμε την ευκαιρία να τους δούμε ξανά επί σκηνής.
Όχι μόνο για να ακούσουμε τραγούδια που σημάδεψαν γενιές, αλλά για να θυμηθούμε πως κάποτε η μουσική δεν ήταν προϊόν κατανάλωσης. Ήταν στάση ζωής.
Και για κάποιους εξακολουθεί να είναι.

