Υπάρχουν φράσεις που τις χρησιμοποιούμε σχεδόν καθημερινά χωρίς ποτέ να αναρωτηθούμε πώς γεννήθηκαν. Κουβέντες που πέρασαν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, κουβαλώντας μέσα τους φόβους, προκαταλήψεις, χιούμορ, εμπειρίες και ολόκληρες εποχές.
Κάποιες ξεκίνησαν από τη θάλασσα. Άλλες από πολέμους, αρρώστιες, κακουχίες ή λαϊκές δεισιδαιμονίες. Και πολλές από αυτές επιβιώνουν μέχρι σήμερα χωρίς σχεδον κανείς να γνωρίζει τι πραγματικά σήμαιναν όταν πρωτοειπώθηκαν.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές είναι το γνωστό:
«Πυρ, γυνή και θάλασσα».
Οι περισσότεροι το λένε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν ότι πρόκειται για φράση που γεννήθηκε μέσα σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνία. Το “πυρ” συμβόλιζε την καταστροφή, η “θάλασσα” τον μόνιμο φόβο ενός ναυτικού λαού και η “γυνή” την παλιά πατριαρχική αντίληψη ότι το συναίσθημα και ο έρωτας είναι δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει ο άνδρας. Σήμερα ακούγεται σχεδόν προσβλητικό, όμως για αιώνες θεωρούνταν “σοφία”.
Το ίδιο συμβαίνει και με το:
«Όποιος βιάζεται σκοντάφτει».
Μια φράση τόσο βαθιά ριζωμένη στην ελληνική καθημερινότητα που μοιάζει σχεδόν βιολογική. Κι όμως, στην ουσία πρόκειται για λαϊκή καταγραφή ενός απλού κανόνα επιβίωσης παλιότερων κοινωνιών: το λάθος πληρωνόταν ακριβά. Ένα βιαστικό βήμα στο χωράφι, στη θάλασσα ή στο βουνό μπορούσε πραγματικά να κοστίσει τη ζωή.
Άλλες παροιμίες κουβαλούν καθαρό φόβο άλλων εποχών.
«Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια».
Η φράση αυτή πιθανότατα προέρχεται από εποχές όπου μόνο όποιος θεωρούνταν “εκτός κοινωνικού ελέγχου” μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα χωρίς να φοβάται συνέπειες. Το παιδί επειδή “δεν ξέρει”, ο “τρελός” επειδή “δεν λογαριάζεται”.
Και βέβαια υπάρχουν και οι φράσεις που κρύβουν ολόκληρη τη σχέση του Έλληνα με τη μοίρα.
«Όπου φτωχός κι η μοίρα του».
Δεν είναι απλώς απαισιοδοξία. Είναι συμπυκνωμένη ιστορική μνήμη αιώνων φτώχειας, κατοχής, πολέμων και κοινωνικής αδικίας. Ένας λαός που έμαθε πολλές φορές ότι οι αδύναμοι πλήρωναν πρώτοι τον λογαριασμό.
Κάποιες άλλες πάλι μοιάζουν σχεδόν σκοτεινές.
«Του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι».
Η εικόνα προέρχεται πιθανότατα από παλιές μορφές βασανισμού ή εξευτελισμού όπου η ακινητοποίηση του σώματος σήμαινε απόλυτο έλεγχο του ανθρώπου.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο των λαϊκών παροιμιών.
Δεν είναι απλές “έξυπνες κουβέντες”. Είναι μικρά απολιθώματα κοινωνίας. Μέσα σε λίγες λέξεις κρύβονται:
- φόβοι,
- εξουσία,
- οικογένεια,
- θρησκεία,
- έρωτας,
- βία,
- επιβίωση,
- ταξικές διαφορές,
- ακόμα και η σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο.
Γι’ αυτό και πολλές παροιμίες ακούγονται σήμερα παράξενες, σκληρές ή ακόμα και άδικες. Δεν δημιουργήθηκαν στο σημερινό κόσμο. Είναι φωνές ανθρώπων που έζησαν σε άλλες συνθήκες, με άλλους φόβους και άλλους κανόνες ζωής.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο εντυπωσιακό: ότι μέσα σε μια μικρή λαϊκή φράση μπορεί να επιβιώνει ολόκληρη η ψυχολογία μιας εποχής που έχει πεθάνει εδώ και αιώνες.

