Υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζονται εξήγηση. Μια εικόνα αρκεί. Ένας άνθρωπος μόνος στον δρόμο, με ένα πανό, σε μια χώρα που έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν πρέπει να είναι εκεί.
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης δεν ήταν ένας ακόμη πολιτικός. Ήταν γιατρός, αθλητής με διεθνείς διακρίσεις και βουλευτής της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς. Κυρίως όμως ήταν ένας άνθρωπος που δεν δέχτηκε να λειτουργήσει με τον τρόπο που λειτουργούσε το σύστημα γύρω του.
Η Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ’60 είχε δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά δεν λειτουργούσε ως πλήρης δημοκρατία. Υπήρχαν μηχανισμοί που κινούνταν στο παρασκήνιο, επηρεάζοντας καταστάσεις και επιβάλλοντας όρια. Η βία δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν εργαλείο.
Το 1963, η Πορεία Ειρήνης από τον Μαραθώνα προς την Αθήνα απαγορεύτηκε. Η απόφαση ήταν σαφής. Κανείς δεν θα περπατήσει. Οι περισσότεροι συμμορφώθηκαν. Ο Λαμπράκης όχι.
Βγήκε και περπάτησε μόνος του.
Χωρίς προστασία. Χωρίς κάλυψη. Χωρίς πλήθος.
Η πράξη αυτή δεν ήταν συμβολική. Ήταν μια καθαρή σύγκρουση με την πραγματικότητα που είχε διαμορφωθεί.
Λίγες ημέρες αργότερα, στη Θεσσαλονίκη, μετά από ομιλία για την ειρήνη, δέχτηκε επίθεση από παρακρατικούς. Το χτύπημα ήταν θανάσιμο. Η δολοφονία του δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως ατύχημα. Ήταν μια πράξη με σαφή πολιτικό χαρακτήρα.
Η έρευνα που ακολούθησε αποκάλυψε πτυχές ενός μηχανισμού που μέχρι τότε λειτουργούσε χωρίς ιδιαίτερη αμφισβήτηση. Η κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη με κάτι που δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει.
Η κηδεία του μετατράπηκε σε μαζική κινητοποίηση. Δεν ήταν απλώς αποχαιρετισμός. Ήταν αντίδραση. Από εκεί προέκυψε ένα ευρύτερο κύμα ενεργοποίησης πολιτών, που δεν στηρίχθηκε σε συνθήματα, αλλά στην ανάγκη να υπάρξει όριο.
Ο Λαμπράκης δεν έγινε σημείο αναφοράς επειδή δολοφονήθηκε. Έγινε γιατί όσο ζούσε δεν προσαρμόστηκε.
Σε μια εποχή όπου η πολιτική συχνά εξαντλείται σε διαχείριση εντυπώσεων, η παρουσία του υπενθυμίζει κάτι απλό. Ότι η στάση ενός ανθρώπου μπορεί να εκθέσει ένα ολόκληρο σύστημα.
Το ερώτημα που μένει δεν αφορά μόνο το παρελθόν.
Αφορά το τι συμβαίνει σήμερα, όταν κάποιος αποφασίσει να μην κάνει πίσω.

