Υπάρχουν στιγμές που μια πολιτική ομιλία ξεπερνά τα όρια της κομματικής αντιπαράθεσης και μετατρέπεται σε ευθεία ρήξη. Η τελευταία παρέμβαση του Αντώνης Σαμαράς ήταν ακριβώς αυτό. Δεν θύμιζε πρώην πρωθυπουργό που απλώς εκφράζει επιμέρους διαφωνίες. Θύμιζε άνθρωπο που θεωρεί ότι η χώρα οδηγείται σε επικίνδυνη κατεύθυνση και αποφάσισε να μιλήσει χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης.
Οι αναφορές του προς την κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν σκληρές, άμεσες και χωρίς περιθώρια παρερμηνειών. Μίλησε για πολιτική αλαζονεία, για έλλειψη διορατικότητας, για κυβέρνηση εγκλωβισμένη στην επικοινωνία και όχι στην ουσία. Δεν περιορίστηκε σε τεχνικές διαφωνίες. Αμφισβήτησε συνολικά την πορεία που ακολουθεί η Νέα Δημοκρατία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το κόμμα έχει απομακρυνθεί από την ιστορική και πολιτική του ταυτότητα.
Το πιο βαρύ στοιχείο όμως δεν ήταν οι φράσεις. Ήταν ο τόνος. Γιατί όταν ένας πρώην πρωθυπουργός φτάνει στο σημείο να μιλά δημόσια για εφησυχασμό μέσα σε ένα περιβάλλον κοινωνικής και γεωπολιτικής αστάθειας, τότε προφανώς θεωρεί ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια απλή πολιτική διαφωνία.
Η φράση του ότι «δεν υπάρχουν επαγγελματίες ανησυχούντες αλλά ερασιτέχνες εφησυχασμένοι» χτύπησε σαν καμπανάκι. Όχι μόνο προς το εσωτερικό της κυβέρνησης αλλά προς ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Διότι η Ελλάδα μοιάζει πολλές φορές να κινείται μέσα σε μια παράξενη αδράνεια. Σκάνδαλα, κρίσεις εμπιστοσύνης, κοινωνική κόπωση, διεθνής αστάθεια, θεσμικές συγκρούσεις, όλα περνούν με ταχύτητα μπροστά από την κοινωνία μέχρι να έρθει το επόμενο θέμα και να σκεπάσει το προηγούμενο.
Ο Σαμαράς ουσιαστικά επιχείρησε να σπάσει αυτή τη συνήθεια. Να πει ότι η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός διαχείρισης εικόνας όταν γύρω αλλάζουν όλα με βίαιο ρυθμό. Και ίσως για πρώτη φορά μετά από χρόνια η σύγκρουσή του με το Μέγαρο Μαξίμου δεν δείχνει να αφορά πρόσωπα αλλά διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει διακυβέρνηση σε περίοδο αστάθειας.
Για πολλούς οι παρεμβάσεις του μπορεί να θεωρηθούν υπερβολικές. Για άλλους καθυστερημένες. Όμως υπάρχει ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ένας πρώην πρωθυπουργός της χώρας επέλεξε να συγκρουστεί ανοιχτά με την ίδια του την παράταξη σε μια περίοδο διεθνούς πίεσης και εσωτερικής κόπωσης. Και αυτό από μόνο του δείχνει ότι πίσω από τις λέξεις υπάρχει κάτι πολύ βαθύτερο από έναν απλό πολιτικό εκνευρισμό.

