Την ώρα που στην παραλιακή υψώνεται ένας γυάλινος πύργος εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για να φωτογραφίζεται η “νέα Ελλάδα”, στην άλλη πλευρά της ίδιας πόλης άνθρωποι φτάνουν μέχρι την απεργία πείνας στα Προσφυγικά Λεωφόρου Αλεξάνδρας για να μην εξαφανιστεί η τελευταία μνήμη μιας άλλης Ελλάδας.
Αυτό δεν είναι εκσυγχρονισμός.
Είναι βίαιη αλλαγή ταυτότητας.
Η Αθήνα κάποτε ήταν μια πόλη ανθρώπινη. Με λάθη, ασχήμια, μπετόν, χάος, αλλά ανθρώπινη. Δεν προσπαθούσε να γίνει Ντουμπάι της Μεσογείου ούτε σκηνικό για επενδυτικά βίντεο drone και ξένες διαφημίσεις real estate.
Σήμερα επιχειρείται κάτι διαφορετικό.
Να πειστεί μια ολόκληρη κοινωνία ότι πρόοδος σημαίνει γυάλινοι πύργοι, περιφραγμένες “έξυπνες” γειτονιές, ιδιωτική πολυτέλεια και πόλεις σχεδιασμένες όχι για τους ανθρώπους που ζουν μέσα τους αλλά για αυτούς που θα αγοράσουν την εικόνα τους.
Και την ίδια στιγμή, ιστορικά σημεία που κουβαλούν μνήμη πολέμου, προσφυγιάς, φτώχειας και πραγματικής επιβίωσης αντιμετωπίζονται σαν ενοχλητικό απομεινάρι μιας Ελλάδας που πρέπει να σβηστεί για να περάσει το νέο αφήγημα.
Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που τόσος κόσμος κοιτάζει τον πύργο στο Ελληνικό και αισθάνεται αποξένωση.
Δεν είναι το ύψος του κτιρίου.
Είναι το μήνυμα που εκπέμπει.
Και γι’ αυτό ήδη μέσα στην ίδια την ελληνική κοινωνία έχουν αρχίσει οι συσχετισμοί με πύργους κινηματογραφικής φαντασίας. Όχι επειδή “ο κόσμος τρελάθηκε”, αλλά επειδή όταν μια πόλη που είχε μάθει να κοιτάζει οριζόντια βλέπει ξαφνικά να υψώνεται μπροστά της ένας σκοτεινός γυάλινος όγκος με επιβλητική κορυφή και νυχτερινό κόκκινο φως, οι συμβολισμοί γεννιούνται σχεδόν αυτόματα.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο ποιος σχεδίασε το κτίριο.
Το ερώτημα είναι γιατί επιλέχθηκε ακριβώς αυτή η αισθητική σε μια πόλη σαν την Αθήνα.
Γιατί επιλέχθηκε ένα σχήμα που δεν συνομιλεί με την ιστορία, την κλίμακα και τη φυσιογνωμία της πόλης αλλά μοιάζει να επιβάλλεται πάνω της σαν δήλωση ισχύος.
Ότι η Ελλάδα πρέπει να πάψει να θυμίζει τον εαυτό της.
Ότι η μνήμη είναι εμπόδιο.
Ότι η ιστορία πρέπει να περιοριστεί σε μουσεία και τουριστικά φυλλάδια ενώ οι πραγματικές πόλεις θα μετατραπούν σε διεθνή οικονομικά σκηνικά χωρίς χαρακτήρα, χωρίς ρίζα και χωρίς καμία σχέση με αυτό που υπήρξε αυτός ο τόπος.
Και κάπου εκεί αρχίζει η μεγάλη σύγκρουση.
Γιατί ένας λαός μπορεί να αντέξει τη φτώχεια.
Μπορεί να αντέξει κρίσεις, μνημόνια και κυβερνήσεις.
Αυτό που δύσκολα αντέχει είναι να αρχίσει να μην αναγνωρίζει το ίδιο του το πρόσωπο μέσα στη χώρα που γεννήθηκε.

