Από το καλοκαίρι και μετά, με αφορμή την εφαρμογή του νόμου για τα λεγόμενα «ζώα συντροφιάς», διαμορφώνεται μια εικόνα που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Δεν πρόκειται για μια απλή δυσκολία εφαρμογής. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο: μια εμφανή ασυμμετρία μέσα στον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται το Υπουργείο Εσωτερικών, που έχει την ευθύνη του σχεδιασμού και της πολιτικής κατεύθυνσης. Από την άλλη, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, δηλαδή η Ελληνική Αστυνομία, που καλείται να εφαρμόσει στην πράξη κρίσιμα κομμάτια αυτού του πλαισίου.
Σε ένα κανονικά λειτουργικό κράτος, η γραμμή είναι ενιαία. Η πολιτική απόφαση μετατρέπεται σε επιχειρησιακή πράξη χωρίς ενδιάμεσες ρωγμές. Εδώ όμως, το μήνυμα που εκπέμπεται προς τα έξω είναι διαφορετικό.
Σε συναντήσεις με την Τοπική Αυτοδιοίκηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η κατεύθυνση που μεταφέρθηκε —όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις— δεν περιοριζόταν στη συνεργασία. Υπήρχε σαφής αναφορά στην ανάγκη οι τοπικές αρχές να απαιτήσουν την ενεργοποίηση της αστυνομίας για την εφαρμογή του νόμου.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι κάτι δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Το μοτίβο όμως δεν σταματά εκεί.
Σε πρόσφατη ανακοίνωση της Ειδικής Γραμματείας, με αφορμή τη χρήση πυροτεχνημάτων κατά την περίοδο του Πάσχα και την προστασία των ζώων, γίνεται υπενθύμιση προς τους πολίτες ότι πρόκειται για «θέμα αστυνόμευσης» και εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας.

Η διατύπωση αυτή γεννά ένα εύλογο ερώτημα.
Σε ποιον απευθύνεται;
Γιατί όταν μια κρατική δομή υπενθυμίζει στους πολίτες ότι κάτι αποτελεί αντικείμενο αστυνόμευσης, τότε η γραμμή ανάμεσα στην ενημέρωση και στον υπαινιγμό γίνεται εξαιρετικά λεπτή. Η ευθύνη της αστυνόμευσης δεν ανήκει στους πολίτες. Ανήκει στο ίδιο το κράτος.
Είτε πρόκειται για ατυχή διατύπωση είτε για συνειδητή επιλογή, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: δημιουργείται η αίσθηση ότι η εφαρμογή του νόμου δεν θεωρείται δεδομένη.
Και όταν αυτή η αίσθηση επαναλαμβάνεται —είτε μέσα από οδηγίες προς πολίτες, είτε μέσα από κατευθύνσεις προς δήμους, είτε μέσα από δημόσιες τοποθετήσεις— παύει να είναι σύμπτωση.
Γίνεται εικόνα.
Και αυτή η εικόνα δεν αφορά τα ζώα. Αφορά τον τρόπο που λειτουργεί το κράτος.
Όταν ένας κυβερνητικός φορέας αφήνει να εννοηθεί —έστω και έμμεσα— ότι ένας άλλος δεν ανταποκρίνεται στον ρόλο του, το μήνυμα που φτάνει στην κοινωνία είναι σαφές. Το κράτος δεν λειτουργεί ως ενιαίο σώμα.
Μετατρέπεται σε ένα σύνολο επιμέρους μηχανισμών με διαφορετικές ταχύτητες, διαφορετικές προτεραιότητες και, συχνά, διαφορετικές στοχεύσεις.
Η κοινωνία όμως δεν μπορεί να ακολουθήσει ένα σχέδιο που δεν εμφανίζεται ενιαίο. Δεν μπορεί να υπάρξει συμμόρφωση όταν δεν υπάρχει συνοχή.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν η εικόνα αυτή δεν είναι στιγμιαία. Δεν πρόκειται για μια άτυχη διατύπωση. Πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη αίσθηση που διαρκεί μήνες.
Αυτό δεν είναι λάθος. Είναι ένδειξη δομικού προβλήματος.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό:
Μπορείς να ζητάς από την κοινωνία να εμπιστευτεί ένα πλαίσιο, όταν το ίδιο το κράτος δείχνει ότι δεν το στηρίζει ενιαία;
Η απάντηση είναι επίσης απλή.
Όχι.
Γιατί σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι η εφαρμογή του νόμου.
Το πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος ο μηχανισμός που τον παράγει εμφανίζεται κατακερματισμένος.
Και όταν το κράτος εμφανίζεται κατακερματισμένο, δεν αμφισβητείται μόνο η αποτελεσματικότητά του.
Αμφισβητείται η ίδια του η αξιοπιστία.

