Μερικές φορές μια φράση αρκεί για να προκαλέσει περισσότερη ανησυχία από ολόκληρες πολιτικές αναλύσεις.
Μία τέτοια στιγμή ήταν η ομιλία της Liora Reznichenko, ιδρύτριας και εκτελεστικής διευθύντριας του οργανισμού StopAntisemitism, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης της Jerusalem Post στην Ουάσιγκτον.
«Εάν στοχεύσετε Εβραίους μαθητές, οι ενέργειές σας δεν θα εξαφανιστούν στο σκοτάδι. Θα σας ρίξουμε φως, που χάρη στην Google και το SEO θα σας ακολουθούν για το υπόλοιπο της ζωής σας. Όταν ψάχνετε για δουλειά, όταν ψάχνετε για σύζυγο, όταν ψάχνετε για νταντά, όταν ψάχνετε για οτιδήποτε.»
Ανεξάρτητα από τη θέση που μπορεί να έχει κάποιος για το Ισραήλ, τον σιωνισμό, τον αντισημιτισμό ή τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η συγκεκριμένη φράση εγείρει ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα.
Πότε η λογοδοσία μετατρέπεται σε μόνιμο ψηφιακό στιγματισμό;
Για πολλά χρόνια σειρές όπως το Black Mirror παρουσίαζαν έναν κόσμο στον οποίο η τεχνολογία αποκτούσε τη δύναμη να καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων. Έναν κόσμο όπου η ψηφιακή ταυτότητα μπορούσε να γίνει σημαντικότερη από την πραγματική, όπου μια δημόσια καταγραφή μπορούσε να ακολουθεί κάποιον για πάντα και όπου η κοινωνική αξιολόγηση μετατρεπόταν σε μηχανισμό ελέγχου.
Τότε πολλοί θεωρούσαν αυτά τα σενάρια υπερβολικά.
Σήμερα όμως δεν μιλάμε για τηλεοπτικό σενάριο.
Μιλάμε για μια πραγματικότητα όπου εργοδότες αναζητούν ονόματα στο Google πριν από μια πρόσληψη. Μιλάμε για ανθρώπους που ελέγχουν το ψηφιακό παρελθόν ενός πιθανού συνεργάτη, ενός συντρόφου ή ακόμη και ενός υποψηφίου εργαζομένου μέσα από λίγα αποτελέσματα αναζήτησης.
Η δύναμη του ψηφιακού αποτυπώματος δεν είναι θεωρία.
Είναι γεγονός.
Και ακριβώς γι’ αυτό η αναφορά στη Google μέσα στην ομιλία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Δεν είναι η πρώτη φορά που πρόσωπα ή οργανισμοί που σχετίζονται με το Ισραήλ αναφέρονται στη δύναμη της διαδικτυακής αναζήτησης, της ορατότητας και της διατήρησης της πληροφορίας. Ο καθένας μπορεί να ερευνήσει μόνος του αν πρόκειται για απλή επικοινωνιακή επιλογή ή για κάτι βαθύτερο.
Το πραγματικό ερώτημα όμως βρίσκεται αλλού.
Τι συμβαίνει όταν η τεχνολογία αποκτά τη δυνατότητα να μετατρέψει μια στιγμή, μια δήλωση ή μια κατηγορία σε μόνιμο χαρακτηριστικό ενός ανθρώπου;
Τι συμβαίνει όταν η ψηφιακή μνήμη παύει να λειτουργεί ως εργαλείο πληροφόρησης και μετατρέπεται σε εργαλείο κοινωνικής τιμωρίας;
Οι υποστηρικτές τέτοιων πρακτικών μιλούν για λογοδοσία.
Οι επικριτές τους μιλούν για doxxing, στοχοποίηση και κοινωνικό αποκλεισμό.
Η αλήθεια είναι ότι η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο συγκεκριμένες οργανώσεις ή συγκεκριμένες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Αφορά ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία έχει αποκτήσει πρωτοφανή ισχύ. Μια εποχή όπου αλγόριθμοι, μηχανές αναζήτησης και ψηφιακά αρχεία μπορούν να επηρεάσουν πραγματικές ζωές.
Γι’ αυτό και η ουσία δεν βρίσκεται στο αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τους στόχους μιας οργάνωσης.
Η ουσία βρίσκεται στο αν αποδεχόμαστε ως κοινωνία ότι άνθρωποι μπορούν να καταγράφονται, να παρακολουθούνται και να συνοδεύονται από ένα μόνιμο ψηφιακό στίγμα χωρίς δικαστική διαδικασία, χωρίς χρονικό όριο και χωρίς δυνατότητα πραγματικής λήθης.
Εάν η απάντηση είναι ναι, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους φοιτητές που αναφέρθηκαν στην ομιλία.
Αφορά όλους μας.
Και τότε το Black Mirror παύει να είναι μια προειδοποίηση για το μέλλον.
Γίνεται καθρέφτης του παρόντος.

