Δεν γνωρίζω τους πραγματικούς λόγους που η χήρα του αείμνηστου Γιώργου Σουφλιά επέλεξε να μη δώσει το χέρι της στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν πρόκειται να τους ερμηνεύσω ούτε να μιλήσω εκ μέρους της.
Γνωρίζω όμως κάτι άλλο.
Όποιος κι αν ήταν ο προσωπικός λόγος αυτής της επιλογής, η εικόνα αυτή συμβολίζει για πολλούς μια βαθιά πίκρα που έχει πλέον φωλιάσει μέσα στην ελληνική κοινωνία.
Μπορεί οι δημοσκοπήσεις να καταγράφουν ποσοστά και προτιμήσεις. Μπορεί να μη δείχνουν πάντοτε καθαρά πόσοι Έλληνες δεν επιλέγουν κανέναν από όσους προτείνονται ως επόμενοι πρωθυπουργοί. Όμως η απογοήτευση, η αγανάκτηση και η αίσθηση ότι κάτι έχει χαθεί στη σχέση πολιτών και πολιτικής εξουσίας είναι πλέον ορατές.
Και το χειρότερο δεν είναι μια επανάσταση που ίσως καραδοκεί σε κάποια γωνία. Δεν είναι μια εξέγερση. Δεν είναι ένα νέο κύμα οργής.
Το πιο ανησυχητικό είναι το ποσοστό των Ελλήνων που δεν θέλει πλέον να δώσει το χέρι του στην ελληνική πολιτική.
Δεν έχει σημασία αν συμφωνούσε κανείς με τις ιδέες ανθρώπων που πλέον έχουν φύγει από τη ζωή. Σημασία έχει αν τίμησαν τον ρόλο που τους ανατέθηκε.
Ο Γιώργος Σουφλιάς υπήρξε πολιτικός πρώτης γραμμής. Μπορεί πολλά από όσα έκανε να έχουν ξεχαστεί. Μπορεί οι νεότεροι να μη θυμούνται τις προσπάθειες που κατέβαλε σε κρίσιμες περιόδους για να εκφράσει μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη μέσα στην παράταξη που εκπροσωπούσε.
Η παράταξη που σήμερα φέρει το όνομα της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι η ίδια παράταξη που οραματίστηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Η πορεία της σημαδεύτηκε πολλές φορές από επιλογές προσώπων που κρίθηκαν περισσότερο από τους κομματικούς μηχανισμούς παρά από την κοινωνία.
Ίσως η Ελλάδα να είχε ακολουθήσει διαφορετική πορεία αν το 1984 είχε επικρατήσει ο Κωστής Στεφανόπουλος αντί της επιλογής που τελικά επέβαλαν οι εσωτερικοί συσχετισμοί. Κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει με βεβαιότητα. Μπορούμε όμως να αναρωτηθούμε.
Το ίδιο ισχύει και για τον ίδιο τον Σουφλιά. Υπήρξε ένας άνθρωπος που, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, θα μπορούσε να ηγηθεί αξιοπρεπώς της παράταξής του. Δεν του δόθηκε ποτέ αυτή η ευκαιρία.
Και ίσως αυτό να μην αφορά μόνο τη Νέα Δημοκρατία.
Ίσως να αφορά συνολικά την πολιτική κουλτούρα του τόπου μας. Πολύ συχνά αναζητούμε τη λύση σε αυτό που φαίνεται ισχυρότερο, θορυβωδέστερο ή πιο χρήσιμο για τους μηχανισμούς εξουσίας. Και πολλές φορές η ίδια η λύση περνά δίπλα μας χωρίς να τη δούμε.
Ακούω ήδη όσους μιλούν για ευγένεια και πρωτόκολλο.
Η ευγένεια είναι σπουδαία αρετή. Όμως η ευγένεια δεν είναι υποχρέωση. Είναι επιλογή.
Και όταν ένας άνθρωπος έχει δώσει επανειλημμένα ευκαιρίες σε πρόσωπα, πολιτικές και εξουσίες να τον πείσουν, τότε η άρνησή του να απλώσει το χέρι μπορεί να μην είναι αγένεια.
Μπορεί απλώς να είναι η πιο ήσυχη μορφή πολιτικής απογοήτευσης.

