Χθες ο Πειραιάς και όχι μόνο καιγόταν από καπνογόνα, βεγγαλικά και φωτιές στους δρόμους. Τα μέσα ενημέρωσης μιλούσαν για «νύχτα που έγινε μέρα» και για μια πόλη που πανηγύριζε μέχρι το πρωί.
Και πράγματι, όταν χιλιάδες άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους για μια αθλητική νίκη, το κλίμα αλλάζει. Οι φωτιές βαφτίζονται πάθος, γιορτή, τρέλα της εξέδρας. Υπάρχει ανοχή. Υπάρχει κατανόηση. Υπάρχει μια σιωπηλή αποδοχή ότι έτσι εκφράζεται ο κόσμος.
Το ενδιαφέρον όμως είναι αλλού.
Τα βεγγαλικά ενοχλούν πολλούς όταν πέφτουν την Ανάσταση. Τότε αρχίζουν οι αναλύσεις περί επικινδυνότητας, θορύβου, καθυστέρησης και κακής νοοτροπίας. Ξαφνικά το θέμα αποκτά ηθική διάσταση.
Όταν όμως η ίδια εικόνα συνδέεται με μια μεγάλη αθλητική επιτυχία, τότε οι ίδιες φλόγες παρουσιάζονται σαν λαϊκή έκφραση που πρέπει να γίνει ανεκτή.
Αν πάλι οι ίδιες φωτιές εμφανιστούν σε πορείες αναρχικών ή σε κοινωνικές συγκρούσεις, τότε η γλώσσα αλλάζει ξανά. Εκεί δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει απειλή, ακραία στοιχεία, ανάγκη καταστολής και φόβος για τη δημόσια τάξη.
Και κάπου εκεί γεννιέται ένα πολύ σοβαρό ερώτημα.
Πότε ακριβώς η φωτιά θεωρείται επικίνδυνη;
Όταν καίει πραγματικά;
Ή όταν δεν εξυπηρετεί αυτούς που την παρακολουθούν;
Γιατί η ίδια εικόνα μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να παρουσιαστεί είτε σαν λαϊκή γιορτή είτε σαν κοινωνικός εφιάλτης, ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στον δρόμο.
Και μπράβο στον Ολυμπιακό για την επιτυχία του. Η ομάδα αυτή κουβαλά τεράστια ιστορία και έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές στον ελληνικό αθλητισμό.
Αλλά ας μη λέμε ψέματα μεταξύ μας.
Δεν είναι η πρώτη φορά σε αυτή τη χώρα που η δύναμη ενός μεγάλου συλλόγου, η επιρροή του στον κόσμο και το συναίσθημα που προκαλεί χρησιμοποιούνται και για πράγματα πολύ μεγαλύτερα από το ίδιο το παιχνίδι.
Γιατί στην Ελλάδα ο αθλητισμός πολλές φορές δεν σταμάτησε ποτέ στον αθλητισμό.

