Υπάρχει ένα σημείο όπου οι λέξεις σταματούν να αρκούν.
Ένα σημείο όπου οι χαρακτηρισμοί, οι εντυπωσιακοί τίτλοι και οι επαναλαμβανόμενοι αριθμοί συναντούν ένα εμπόδιο που δεν μπορούν να ξεπεράσουν.
Την πραγματικότητα.
Τα τελευταία χρόνια ακούσαμε ξανά και ξανά ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα αδέσποτων ζώων στον κόσμο. Ακούσαμε εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν ως δεδομένα. Ακούσαμε αριθμούς που επαναλήφθηκαν τόσες φορές ώστε πολλοί έπαψαν να αναρωτιούνται από πού προήλθαν.
Τρία εκατομμύρια αδέσποτα.
Όχι ως υπόθεση.
Όχι ως πιθανότητα.
Ως δεδομένο.
Η δημοσίευση με τίτλο «An Overview of Greece’s Newly Established Progressive Stray Dog Management Laws» υιοθετεί αυτή την εκτίμηση, αναφέροντας ότι στην Ελλάδα υπολογίζεται πως υπάρχουν τρία εκατομμύρια αδέσποτοι σκύλοι και γάτες. Πάνω σε αυτή την παραδοχή χτίζεται η εικόνα μιας χώρας που αντιμετωπίζει ένα τεράστιο πρόβλημα και η ανάγκη για ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο.

Υπάρχει όμως ένα απλό ερώτημα.
Πώς προέκυψε αυτός ο αριθμός;
Όταν ο αναγνώστης αναζητήσει μέσα στη συγκεκριμένη δημοσίευση τη μεθοδολογία που οδήγησε σε αυτή την εκτίμηση, δεν θα βρει εθνική απογραφή, δεν θα βρει αναλυτικά πρωτογενή δεδομένα, δεν θα βρει τον τρόπο με τον οποίο καταμετρήθηκαν τα ζώα ούτε τη διαδικασία με την οποία επαληθεύτηκε ο αριθμός.
Ο αριθμός υπάρχει.
Η απόδειξη της προέλευσής του όχι.
Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.
Διότι όταν ένας αριθμός χρησιμοποιείται ως θεμέλιο για πολιτικές αποφάσεις, για δημόσιες παρεμβάσεις και για τη δημιουργία κοινωνικών εντυπώσεων, η απόδειξη δεν είναι προαιρετική.
Είναι υποχρεωτική.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ζήτημα.
Η ίδια δημοσίευση χαρακτηρίζει τον νόμο ως προοδευτικό και παρουσιάζει το νέο πλαίσιο ως ιδιαίτερα καινοτόμο.
Και εδώ η λογική σηκώνει ξανά το χέρι.
Με ποια ακριβώς αποτελέσματα;
Διότι η καινοτομία δεν είναι τίτλος.
Δεν είναι σύνθημα.
Δεν είναι ευχή.
Η καινοτομία είναι αποτέλεσμα που αποδεικνύεται στην πράξη.
Μετριέται.
Συγκρίνεται.
Αξιολογείται.
Αν ένας νόμος είναι πραγματικά καινοτόμος, αυτό θα φανεί στα αποτελέσματά του. Στη μείωση των προβλημάτων που υποτίθεται ότι λύνει. Στην αποτελεσματικότητα των μέτρων του. Στην πραγματική του επίδραση στην κοινωνία και στα ζώα.
Όχι στην περιγραφή του.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια η εργασία αναγνωρίζει πως η πλήρης αξιολόγηση του νόμου δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.
Με απλά λόγια, ο χαρακτηρισμός προηγείται της απόδειξης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Δεν αμφισβητείται το δικαίωμα κανενός να έχει άποψη.
Αμφισβητείται η προσπάθεια να παρουσιαστεί μια άποψη ως επιστημονικό συμπέρασμα χωρίς τα δεδομένα που απαιτούνται για να τη στηρίξουν.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ερώτημα που δεν απαιτεί επιστημονικούς τίτλους.
Απαιτεί μόνο κοινή λογική.
Αν πράγματι στην Ελλάδα υπήρχαν τρία εκατομμύρια αδέσποτα ζώα και ένα σημαντικό ποσοστό αυτών ήταν αστείρωτο, τότε πού βρίσκονται τα δημογραφικά δεδομένα που εξηγούν τη διατήρηση αυτού του πληθυσμού;
Πόσα γεννιούνται κάθε χρόνο;
Πόσα πεθαίνουν;
Πόσα καταγράφονται;
Πόσα εγκαταλείπονται;
Πόσα υιοθετούνται;
Ποιο είναι το πραγματικό ισοζύγιο;
Οι πληθυσμοί δεν είναι αφηρημένες έννοιες.
Έχουν δυναμική.
Μεταβάλλονται.
Αυξάνονται ή μειώνονται.
Και αν πρόκειται να μιλάμε για εκατομμύρια ζώα, τότε οφείλουμε να διαθέτουμε και τα στοιχεία που αποδεικνύουν πώς προκύπτει αυτός ο αριθμός.
Διαφορετικά δεν μιλάμε για επιστήμη.
Μιλάμε για αφήγηση.
Το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι η έλλειψη πληροφοριών.
Είναι η αντικατάσταση της απόδειξης από την επανάληψη.
Ένας αριθμός επαναλαμβάνεται μέχρι να μοιάζει αληθινός.
Ένας χαρακτηρισμός επαναλαμβάνεται μέχρι να θεωρείται δεδομένος.
Και όποιος ζητήσει τα στοιχεία αντιμετωπίζεται σαν να αμφισβητεί την ίδια την πραγματικότητα.
Όμως η πραγματικότητα δεν φοβάται τις ερωτήσεις.
Μόνο τα αφηγήματα τις φοβούνται.
Γιατί στο τέλος, όσο ισχυρή κι αν είναι μια αφήγηση, όσο μεγάλος κι αν είναι ο μηχανισμός που τη στηρίζει, υπάρχει ένα όριο που δεν μπορεί να ξεπεράσει.
Τα αφηγήματα δεν θα γίνουν ποτέ ισχυρότερα από την αλήθεια.

