Πριν από περίπου μία εβδομάδα, επιστρέφοντας στο σπίτι μου, βρήκα έναν μικρό πίνακα ζωγραφικής. Δεν γνωρίζω ποιος τον δημιούργησε, ούτε πώς βρέθηκε στον δρόμο μου. Ίσως να πετάχτηκε ως ένα αντικείμενο που ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Ίσως πάλι να εγκαταλείφθηκε από κάποιον που δεν ήθελε πια να θυμάται όσα κουβαλούσε. Στην πίσω πλευρά του υπήρχε γραμμένη μια φράση:
«Όλα μπορούν να θεραπευτούν»
Και μια ημερομηνία: 15-3-2012.
Δεν ξέρω τι συνέβη εκείνη την ημέρα. Δεν ξέρω αν ο άνθρωπος που ζωγράφισε αυτόν τον πίνακα είχε μόλις νικήσει κάτι, αν βρισκόταν σε μια μεταβατική περίοδο της ζωής του ή αν προσπαθούσε απλώς να πείσει τον εαυτό του ότι υπάρχει δρόμος επιστροφής. Μπορεί η φράση να ήταν η τελική διαπίστωση μιας προσωπικής μάχης. Μπορεί να ήταν μια κοσμοθεωρία. Μπορεί ακόμη να ήταν μια απελπισμένη ευχή γραμμένη σαν βεβαιότητα, επειδή μερικές φορές ο άνθρωπος χρειάζεται να γράψει αυτό που δεν μπορεί ακόμη να πιστέψει.
Όταν τον είδα, σκέφτηκα αναπόφευκτα τη δική μου ζωή. Όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια γύρω από την υγεία μου, τις περιόδους που έχασα το έδαφος κάτω από τα πόδια μου και τον τρόπο με τον οποίο, αργά και δύσκολα, κατάφερα να ξαναπατήσω στη γη. Για έναν άνθρωπο, λοιπόν, το ερώτημα έχει μια προσωπική διάσταση. Κάποιες πληγές κλείνουν, κάποιες μεταμορφώνονται, κάποιες παραμένουν αλλά παύουν να κυβερνούν τη ζωή μας. Υπάρχουν στιγμές που πράγματι ανακαλύπτεις ότι αυτό που θεωρούσες οριστικό δεν ήταν.
Το σημερινό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν όλα μπορούν να θεραπευτούν για έναν άνθρωπο.
Το ερώτημα είναι αν μπορούν όλα να θεραπευτούν για ολόκληρη την ανθρώπινη κοινωνία.
Γιατί έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου σχεδόν κάθε όριο, κάθε μεγάλη ιδέα, κάθε φιλοσοφία, κάθε πολιτικό σύστημα, κάθε θρησκευτική ή ανθρωπιστική διακήρυξη φαίνεται να απέτυχε στο βασικότερο καθήκον: να μας κρατήσει μέσα στα όρια της ανθρωπιάς. Δημιουργήσαμε νόμους, συντάγματα, διεθνείς οργανισμούς, χάρτες δικαιωμάτων, δικαστήρια, θεσμούς και μηχανισμούς προστασίας. Γράψαμε βιβλία για την αγάπη, τραγούδια για την ειρήνη, ποιήματα για την ελευθερία. Χτίσαμε μνημεία πάνω στα ερείπια πολέμων και ορκιστήκαμε ότι δεν θα επαναλάβουμε τα ίδια εγκλήματα.
Κι όμως, τα επαναλαμβάνουμε.
Ίσως επειδή κάτω από όλα όσα κατασκευάσαμε εξακολουθούν να υπάρχουν δύο από τις αρχαιότερες δυνάμεις που συνοδεύουν τον άνθρωπο από την αρχή της διαδρομής του: ο φόβος και η εχθρότητα. Ο φόβος απέναντι στο διαφορετικό, απέναντι στον ξένο, απέναντι σε εκείνον που πιστεύει αλλιώς, ζει αλλιώς, αγαπά αλλιώς, μιλά άλλη γλώσσα ή γεννήθηκε στην άλλη πλευρά μιας γραμμής που κάποιος κάποτε χάραξε πάνω σε έναν χάρτη. Από τον φόβο γεννιέται η ανάγκη για έλεγχο, από τον έλεγχο η βία, από τη βία η εχθρότητα και από την εχθρότητα ένας νέος φόβος. Ένας κύκλος τόσο παλιός όσο και ο πολιτισμός μας.
Το πιο τρομακτικό, όμως, ίσως δεν είναι πλέον η ίδια η βία. Είναι η σιωπηλή εξοικείωσή μας μαζί της.
Την ίδια στιγμή που λαοί ισοπεδώνονται από βομβαρδισμούς, εμείς περνάμε στην επόμενη εικόνα. Ανάμεσα σε ένα βίντεο νεκρών παιδιών και μια είδηση καταστροφής μπορεί να εμφανιστεί μια selfie, ένα χιουμοριστικό βίντεο, μια διαφήμιση, ένας χορός, ένα φίλτρο που κάνει το πρόσωπό μας λίγο πιο νέο. Δεν πρόκειται απλώς για υποκρισία. Είναι κάτι ίσως βαθύτερο και πιο επικίνδυνο: η πραγματικότητα έχει μετατραπεί σε αδιάκοπη ροή εικόνων ίσης σχεδόν βαρύτητας. Ο πόλεμος, το αστείο, το προϊόν, το νεκρό σώμα, η συνταγή μαγειρικής, η καταστροφή ενός δάσους και η φωτογραφία των διακοπών μας περνούν μπροστά από το ίδιο δάχτυλο που κινείται πάνω σε μια οθόνη.
Σιγά σιγά αποδεχόμαστε ότι είμαστε πολύ μικροί για να παίξουμε οποιονδήποτε ρόλο σε όσα διαδραματίζονται. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη του κόσμου που δημιουργήσαμε: όχι ότι μας έπεισε να συμφωνούμε με το κακό, αλλά ότι μας έπεισε πως δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα απέναντί του.
Έτσι επιστρέφουμε στον μικρόκοσμο της προσωπικής μας θεραπείας. Στην ψυχική μας ισορροπία, στη διατροφή μας, στο σώμα μας, στην αυτοβελτίωσή μας, στις σχέσεις μας, στη δική μας μικρή ασφάλεια. Προσπαθούμε να σωθούμε ατομικά μέσα σε έναν κόσμο που νοσεί συλλογικά. Μόνο που από ένα σημείο και μετά ίσως η προσωπική θεραπεία να μην μπορεί να υπάρξει πραγματικά χωρίς μια γενικότερη θεραπεία. Πόσο υγιής μπορεί να είναι ένας άνθρωπος μέσα σε μια κοινωνία μόνιμου φόβου; Πόσο ελεύθερος μέσα σε έναν κόσμο διαρκούς επιτήρησης και χειραγώγησης; Πόσο ευτυχισμένος όταν η ευτυχία του εξαρτάται από την αόρατη δυστυχία κάποιου άλλου; Πόσο θεραπευμένος όταν χρειάζεται καθημερινά να κλείνει τα μάτια για να αντέξει;
Το ερώτημα, επομένως, γίνεται πολύ μεγαλύτερο από τη φράση στην πίσω πλευρά ενός μικρού πίνακα.
Μπορεί ένας κόσμος που δείχνει να μην μπορεί να ενηλικιωθεί συμπεριφορικά να βρει θεραπεία;
Μπορούμε, αντί να καταστρέφουμε το φυσικό περιβάλλον γύρω μας, να ανακαλύψουμε επιτέλους έναν τρόπο να ζούμε ως μέρος του και όχι ως ιδιοκτήτες του; Μπορούμε, αντί να καταστρέφουμε τον γείτονά μας, να βρούμε έναν τρόπο να τον αγαπήσουμε χωρίς να απαιτούμε πρώτα να μας μοιάσει; Μπορούμε να σταματήσουμε να χρειαζόμαστε εχθρούς για να αποκτά συνοχή η δική μας ταυτότητα; Μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς να πρέπει κάποιος άλλος να ηττηθεί;

Μπορούμε, αντί να πιστεύουμε ότι ομορφαίνουμε μέσα από φίλτρα, να ξεπεράσουμε την ίδια την τυραννία της εικόνας; Να κοιτάξουμε ένα πρόσωπο που γερνά χωρίς να το θεωρούμε χαλασμένο; Ένα σώμα που αλλάζει χωρίς να το αντιμετωπίζουμε ως αποτυχία; Μια ζωή που δεν έγινε θέαμα χωρίς να τη θεωρούμε ασήμαντη;
Μπορούμε, αντί να πανηγυρίζουμε επειδή αυξήθηκε ο μέσος όρος ζωής, να αναρωτηθούμε πόσο μειώθηκε η ποιότητά της; Πόσα περισσότερα χρόνια ζούμε και πόσα από αυτά τα χρόνια είμαστε πραγματικά παρόντες; Πόσο χρόνο κερδίσαμε από τον θάνατο και πόσο χρόνο παραδώσαμε στο άγχος, στη μοναξιά, στην οθόνη, στην εργασία χωρίς νόημα, στην κατανάλωση, στην ανάγκη να αποδείξουμε διαρκώς ότι υπάρχουμε;
Δεν γνωρίζω την απάντηση.
Γνωρίζω μόνο ότι πριν από λίγες ημέρες ένας μικρός, άγνωστος πίνακας βρέθηκε στον δρόμο μου. Κάποιος άνθρωπος, δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα, έγραψε στην πίσω πλευρά του μια φράση. Δεν ξέρω αν σήμερα ζει. Δεν ξέρω αν θεραπεύτηκε. Δεν ξέρω αν εξακολουθεί να πιστεύει αυτό που έγραψε.
Ξέρω όμως ότι ο πίνακας έφτασε στα χέρια μου ακριβώς σε μια εποχή όπου το ερώτημα δεν αφορά πια μόνο εμένα.
Όλα μπορούν να θεραπευτούν;
Ίσως.
Αλλά για πρώτη φορά στην ιστορία μας, η θεραπεία μπορεί να μην εξαρτάται από το αν γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε. Τα περισσότερα τα γνωρίζουμε ήδη.
Ίσως να εξαρτάται από το αν, ως είδος, θέλουμε ακόμη να θεραπευτούμε.

