Θα ονειρευόμουν την ημέρα που κανένα κομμάτι γης δεν θα παραδιδόταν σε κανέναν. Την ημέρα που δεν θα υπήρχαν νικητές και ηττημένοι. Την ημέρα που ένας άξιος ηγέτης της Τουρκίας θα στεκόταν μπροστά στην Αγία Σοφία και θα αποφάσιζε μόνος του να της ξαναδώσει το όνομα που της ανήκει ιστορικά, όχι από ήττα, όχι από πίεση, όχι από φόβο, αλλά ως πράξη δύναμης και ειρήνης.
Και δίπλα του να βρίσκεται ένας Έλληνας πρωθυπουργός. Όχι για να πανηγυρίσει απέναντι σε έναν λαό. Αλλά για να γιορτάσουν μαζί το τέλος ενός εφιάλτη αιώνων. Το τέλος της ανάγκης να μεγαλώνουν γενιές ανθρώπων με τον φόβο του πολέμου. Το τέλος της παράνοιας που θέλει δύο λαούς καταδικασμένους να κοιτάζονται πάντα απέναντι.
Από την προϊστορία ακόμα, αρκεί να κοιτάξει κάποιος έναν χάρτη για να δει κάτι που μοιάζει σχεδόν συμβολικό. Η Ελλάδα και η Τουρκία θυμίζουν δύο κομμάτια γης που κάποτε ήταν ενωμένα και στην πορεία του χρόνου αποκόπηκαν βίαια αφήνοντας ανάμεσά τους το Αιγαίο. Σαν δύο βράχοι που χώρισαν αλλά συνέχισαν να κουβαλούν τα ίδια σημάδια πάνω τους.
Το Αιγαίο δεν λειτουργούσε σαν σύνορο. Ήταν δρόμος. Ήταν γέφυρα. Άνθρωποι ταξίδευαν, αντάλλασσαν προϊόντα, μουσικές, λέξεις, θεούς, φόβους και ελπίδες. Πολιτισμοί γεννήθηκαν πάνω στα ίδια νερά. Άλλοι χάθηκαν. Άλλοι αναμίχθηκαν. Η ιστορία της περιοχής δεν γράφτηκε με απόλυτες γραμμές αλλά με συνεχείς μετακινήσεις ανθρώπων και ιδεών.
Κι όμως, χιλιάδες χρόνια μετά, οι δύο λαοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια μόνιμη κατάσταση καχυποψίας. Σαν να μην μπορεί ποτέ να θαφτεί ολοκληρωτικά το τσεκούρι του πολέμου. Σαν να υπάρχει πάντα ανάγκη να συντηρείται ένας φόβος.
Το τραγικό είναι ότι οι απλοί άνθρωποι συχνά μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο παραδέχονται. Ίδια σχέση με την οικογένεια. Ίδια σχέση με τη θάλασσα. Παρόμοια μουσική ψυχή. Κοινή μεσογειακή νοοτροπία. Κοινός πόνος από φτώχεια, κρίσεις και αίμα.
Ένας άνθρωπος στην Αθήνα και ένας άνθρωπος στην Άγκυρα πιθανότατα θα μπορούσαν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να μιλήσουν για τις ίδιες αγωνίες. Για το αύριο των παιδιών τους. Για την οικονομία. Για τον φόβο ενός πολέμου που κανείς πραγματικά δεν θέλει να ζήσει.
Το πρόβλημα είναι ότι οι πληγές δεν προλαβαίνουν ποτέ να γίνουν ιστορία. Κάθε γενιά παραλαμβάνει μια καινούργια ένταση. Μια νέα κρίση. Μια νέα υπενθύμιση ότι «ο απέναντι είναι απειλή». Και έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου ο φόβος γεννά εξοπλισμούς, οι εξοπλισμοί γεννούν καχυποψία και η καχυποψία ξαναφέρνει φόβο.
Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί με συναίσθημα. Λειτουργεί με ισχύ, συμφέροντα, σφαίρες επιρροής και εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ειρήνη συχνά δεν θεωρείται χρήσιμη. Ο φόβος κινητοποιεί περισσότερο.
Και όμως, η ιστορία έχει αποδείξει ότι ακόμα και λαοί που σφάχτηκαν επί αιώνες κατάφεραν κάποια στιγμή να συνυπάρξουν. Όχι επειδή ξέχασαν. Αλλά επειδή κουράστηκαν να θάβουν ανθρώπους.
Ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί οι δύο λαοί δεν μπορούν να συνεννοηθούν. Ίσως το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο αίμα χρειάζεται ακόμα η ιστορία μέχρι να καταλάβουν όλοι ότι οι άνθρωποι στις δύο πλευρές του Αιγαίου έχουν περισσότερα κοινά συμφέροντα από εκείνα που τους χωρίζουν.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη επανάσταση να μην είναι ένας πόλεμος. Ίσως να είναι η απόφαση δύο ιστορικών αντιπάλων να πουν «αρκετά».
Όνειρα ανόητων…ίσως και από τις δύο πλευρές…

