Πριν από λίγες ημέρες δημοσιεύτηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα άρθρο με τίτλο «The Rattled Generation». Δεν πρόκειται για κάποιο κείμενο συνωμοσιολογίας, ούτε για μία ακόμη καταστροφολογική ανάλυση. Αντιθέτως, αποτελεί μια από τις πιο σοβαρές προσπάθειες που έχω συναντήσει τα τελευταία χρόνια να περιγραφεί ένα φαινόμενο το οποίο πολλοί άνθρωποι διαισθάνονται αλλά δυσκολεύονται να ονομάσουν.
Το άρθρο ξεκινά από ένα παράδοξο.
Ζούμε στην πλουσιότερη, ασφαλέστερη και τεχνολογικά πιο προηγμένη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας. Η πρόσβαση στην πληροφορία είναι σχεδόν απεριόριστη, η ιατρική έχει σημειώσει τεράστια άλματα και η καθημερινότητα, σε πολλές περιοχές του κόσμου, παραμένει αντικειμενικά καλύτερη από αυτή που γνώρισαν οι προηγούμενες γενιές.
Κι όμως, όλο και περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν εξαντλημένοι, αγχωμένοι, αποσυνδεδεμένοι και μόνοι.
Γιατί;
Οι συντάκτες επιχειρούν να απαντήσουν μέσα από τρεις διαδοχικούς «κραδασμούς» που, κατά τη γνώμη τους, διαμόρφωσαν τη σύγχρονη κατάσταση.
Ο πρώτος ήταν η έκρηξη των κοινωνικών δικτύων. Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, η πληροφορία σταμάτησε να είναι κάτι που αναζητούσαμε ενεργητικά και μετατράπηκε σε κάτι που μας αναζητά διαρκώς. Οι αλγόριθμοι έγιναν οι νέοι φύλακες της προσοχής μας. Το τι βλέπουμε, τι διαβάζουμε, τι συζητάμε και πολλές φορές ακόμη και τι πιστεύουμε άρχισε να επηρεάζεται από μηχανισμούς που λειτουργούν στο παρασκήνιο.
Ο δεύτερος κραδασμός ήταν η πανδημία.
Το άρθρο δεν στέκεται τόσο στον ιό όσο στις κοινωνικές συνέπειες. Εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά αποκομμένοι από τις συνήθειες, τις κοινότητες και τις καθημερινές επαφές που λειτουργούσαν ως σημεία αναφοράς. Φιλικές σχέσεις αραίωσαν. Οικογένειες απομακρύνθηκαν. Η εργασία μεταφέρθηκε στις οθόνες. Η μοναξιά εκτοξεύθηκε.
Ο τρίτος κραδασμός ήρθε αμέσως μετά.
Ενώ πολλοί περίμεναν ότι η λήξη της πανδημίας θα οδηγούσε σε μια περίοδο επανεκκίνησης, συνέβη το αντίθετο. Πόλεμοι, γεωπολιτικές κρίσεις, οικονομική αβεβαιότητα, ενεργειακά προβλήματα, τεχνητή νοημοσύνη, πληροφοριακός θόρυβος και συνεχείς κοινωνικές εντάσεις δημιούργησαν την αίσθηση ότι η ανθρωπότητα δεν πρόλαβε ποτέ να πάρει ανάσα.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο του άρθρου είναι ότι αποφεύγει να κατηγορήσει τους ανθρώπους.
Δεν ισχυρίζεται ότι έγιναν αδιάφοροι.
Δεν ισχυρίζεται ότι έγιναν κακοί.
Δεν ισχυρίζεται ότι έχασαν την ηθική τους.
Υποστηρίζει κάτι διαφορετικό.
Ότι έχουν αποσυντονιστεί.
Ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ζει πλέον σε μια κατάσταση συνεχούς υπερδιέγερσης, χωρίς τον χρόνο που απαιτείται για επεξεργασία, σύνδεση και ουσιαστική παρουσία.
Αυτό είναι ίσως το σημείο που κάνει το άρθρο τόσο σημαντικό.
Για χρόνια η δημόσια συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από οικονομικούς δείκτες, πολιτικές συγκρούσεις και τεχνολογικές εξελίξεις. Πολύ λιγότερο συζητήθηκε το ερώτημα αν η ίδια η ανθρώπινη εμπειρία άλλαξε.
Αν ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε, θυμόμαστε, δεσμευόμαστε και επικοινωνούμε έχει μεταβληθεί.
Αν οι σχέσεις μας απέκτησαν μικρότερη διάρκεια.
Αν η προσοχή μας έγινε πιο εύθραυστη.
Αν η καθημερινότητα μετατράπηκε σε μια αδιάκοπη ακολουθία ερεθισμάτων χωρίς επαρκή χρόνο αφομοίωσης.
Το άρθρο δεν δίνει οριστικές απαντήσεις.
Δίνει όμως ένα πλαίσιο.
Και ίσως αυτό είναι το πιο χρήσιμο στοιχείο του.
Δεν προσπαθεί να εξηγήσει τα πάντα μέσα από μία μόνο αιτία. Δεν αναζητά έναν ένοχο. Δεν υπόσχεται εύκολες λύσεις.
Αντιθέτως, προτείνει ότι η λύση βρίσκεται εκεί που οι περισσότεροι έχουν σταματήσει να κοιτάζουν.
Στην οικογένεια.
Στην κοινότητα.
Στη φιλία.
Στη γειτονιά.
Στην πραγματική ανθρώπινη επαφή.
Στην παρουσία.
Με απλά λόγια, οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας ίσως δεν είναι να μάθουμε να χρησιμοποιούμε καλύτερα την τεχνολογία.
Ίσως είναι να θυμηθούμε πώς να είμαστε άνθρωποι μέσα σε αυτήν.
Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τα συμπεράσματα του άρθρου, ένα πράγμα είναι βέβαιο.
Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες δημόσιες παρεμβάσεις που επιχειρούν να περιγράψουν ένα πρόβλημα το οποίο πολλοί αισθάνονται αλλά λίγοι μπορούν να διατυπώσουν με λόγια.
Και μόνο γι’ αυτό, αξίζει να διαβαστεί.

