Η υπόθεση του Βασίλη Μάγγου είναι μία από εκείνες τις υποθέσεις που δεν πρέπει και δεν πρόκειται να σβήσουν από τη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας.
Έξι χρόνια μετά, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί το ίδιο ερώτημα: μπορεί μια κοινωνία να προχωρήσει μπροστά όταν αφήνει αναπάντητα γεγονότα που τραυμάτισαν βαθιά το δημόσιο αίσθημα δικαίου;
Ο Βασίλης Μάγγος δεν αποτελεί απλώς ένα πρόσωπο της επικαιρότητας που χάθηκε μέσα στον χρόνο. Έχει μετατραπεί σε σύμβολο μιας περιόδου κατά την οποία μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνθηκαν ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα δικαιώματα και η απαίτηση για λογοδοσία βρέθηκαν αντιμέτωπα με την αδιαφορία της εξουσίας.
Μέσα στα μηνύματα αλαζονείας, ατιμωρησίας και απαξίωσης που καθημερινά λαμβάνουμε από ένα πολιτικό και θεσμικό σύστημα που συχνά δείχνει να αδυνατεί να αφουγκραστεί την κοινωνία, η μνήμη του Βασίλη λειτουργεί ως υπενθύμιση. Υπενθύμιση ότι οι πολίτες θυμούνται. Υπενθύμιση ότι τα γεγονότα δεν διαγράφονται επειδή πέρασε ο χρόνος. Υπενθύμιση ότι η αλήθεια δεν υποχωρεί μπροστά στην επικοινωνιακή διαχείριση.
Η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν όλα λειτουργούν ομαλά. Δοκιμάζεται όταν οι πολίτες ζητούν απαντήσεις. Όταν ζητούν δικαιοσύνη. Όταν αρνούνται να αποδεχθούν ότι ορισμένες υποθέσεις πρέπει απλώς να ξεχαστούν.
Η υπόθεση του Βασίλη Μάγγου παραμένει ανοιχτή πληγή για χιλιάδες ανθρώπους που αισθάνθηκαν ότι δεν αποδόθηκαν όλες οι απαντήσεις που όφειλε να δώσει ένα κράτος δικαίου. Και όσο υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα, η μνήμη θα παραμένει ζωντανή.
Κάποιοι πιστεύουν ότι ο χρόνος αρκεί για να σβήσει τα πάντα. Η ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όταν μια κοινωνία νιώθει ότι δεν δικαιώθηκε, η μνήμη μετατρέπεται σε χρέος.
Γι’ αυτό και έξι χρόνια μετά, η φράση παραμένει η ίδια.
Βασίλη, παρών.
Όχι ως σύνθημα.
Ως υπενθύμιση ότι υπάρχουν υποθέσεις που η κοινωνία αρνείται να ξεχάσει.
Και ότι αργά ή γρήγορα, σε κάθε δημοκρατία, έρχεται η ώρα της λογοδοσίας.

