Το 1993 κατέβηκα στη λεωφόρο Συγγρού ως δημοσιογράφος. Όχι ως ακτιβιστής, όχι ως μέλος κάποιας κοινότητας, αλλά ως άνθρωπος που πίστευε ότι η δουλειά της δημοσιογραφίας είναι να δίνει φωνή ακόμη και σε εκείνους που η κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να ακούσει.
Εκείνα τα χρόνια, οι άνθρωποι της gay και της τρανς κοινότητας έδιναν μια πραγματικά άνιση μάχη. Μια μάχη απέναντι στα στερεότυπα, τον χλευασμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Δεν χρειάστηκε ποτέ να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω με τον τρόπο ζωής κανενός για να αναγνωρίσω το δικαίωμά του να υπάρχει με αξιοπρέπεια.
Γι’ αυτό και ποτέ δεν κοίταξα περίεργα κανέναν. Ποτέ δεν είδα έναν άνθρωπο μέσα από το φίλτρο της σεξουαλικότητάς του. Έβλεπα ανθρώπους. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Στη δημοσιογραφική μου διαδρομή φιλοξενήθηκαν πρόσωπα της τρανς κοινότητας σε εποχές που πολλοί απέφευγαν ακόμη και να τα πλησιάσουν δημόσια. Ζήτησα ακόμα και από βουλευτή όταν ήμουν αρχισυντάκτης του Γιώργου Τράγκα να αποχωρήσει από την εκπομπή όταν είπε ότι δεν κάθεται διπλά σε τράνς. Οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν ποιοι στάθηκαν δίπλα τους όταν το κόστος ήταν πραγματικό και όχι μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα.
Ακριβώς γι’ αυτό αισθάνομαι ότι έχω το δικαίωμα να πω σήμερα αυτό που σκέφτομαι.
Κάποιες εικόνες που είδα στο Pride δεν μου θύμισαν έναν αγώνα για δικαιώματα.
Μου έδειξαν έναν αγώνα για προσοχή.
Και αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η διεκδίκηση της ελευθερίας είναι κάτι που αξίζει σεβασμό. Η σκόπιμη πρόκληση δεν είναι απαραίτητα ελευθερία. Και όταν η πρόκληση αγγίζει τα όρια της γελοιοποίησης θρησκευτικών συμβόλων ή της περιφρόνησης όσων άλλοι θεωρούν ιερά, τότε το θέμα παύει να αφορά μόνο αυτόν που προκαλεί.
Για χρόνια η κοινωνία κλήθηκε να μάθει να σέβεται τη διαφορετικότητα. Και σωστά.
Όμως ο σεβασμός δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη απαίτηση.
Δεν μπορεί να ζητάς από όλους να κατανοήσουν τις δικές σου ευαισθησίες και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζεις με ειρωνεία ή περιφρόνηση τις ευαισθησίες των άλλων.
Δεν θεωρώ ρατσισμό τη διατύπωση αυτής της άποψης. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι η εύκολη ταμπέλα του «ρατσιστή» χρησιμοποιείται πλέον τόσο συχνά ώστε έχει χάσει το πραγματικό της νόημα.
Ποτέ στη ζωή μου δεν διαχώρισα ανθρώπους με βάση το φύλο, το χρώμα, τη θρησκεία ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους.
Σήμερα όμως βλέπω ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να αυτοπροσδιορίζονται πρωτίστως μέσα από ταμπέλες.
Και αυτό με προβληματίζει.
Η γενιά του ’90 ονειρευόταν μια κοινωνία όπου οι ταμπέλες θα είχαν μικρότερη σημασία.
Η σημερινή εποχή μοιάζει πολλές φορές να παράγει περισσότερες ταμπέλες από όσες καταργεί.
Θα ήταν επίσης άδικο να βάλω όλους τους ανθρώπους της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας στο ίδιο καλάθι.
Η αλήθεια είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει σεβασμός. Γνωρίζει τι σημαίνει να κρίνεσαι για αυτό που είσαι, να αντιμετωπίζεις προκαταλήψεις και να ζητάς από την κοινωνία να σε δει ως άνθρωπο και όχι ως στερεότυπο.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο θεωρώ ότι η ίδια η κοινότητα οφείλει να βάλει όρια σε εκείνες τις μικρές μειοψηφίες που δεν αγωνίζονται για δικαιώματα αλλά επιλέγουν συνειδητά την πρόκληση. Όχι επειδή κάποιος πρέπει να λογοκρίνεται, αλλά επειδή η ελευθερία του ενός δεν μπορεί να μετατρέπεται σε περιφρόνηση της ελευθερίας του άλλου.
Όπως κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να ορίζει τη ζωή, το σώμα και τη σεξουαλικότητά του, έτσι έχει δικαίωμα και ένας άλλος άνθρωπος να εκφράζει την πίστη του, να υπερασπίζεται τη θρησκεία του ή να διατυπώνει μια διαφορετική άποψη χωρίς να στοχοποιείται γι’ αυτό.
Η ισότητα δεν σημαίνει ότι κάποια δικαιώματα είναι ανώτερα από κάποια άλλα. Σημαίνει ότι όλα τα δικαιώματα συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο πλαίσιο αμοιβαίου σεβασμού.
Προσωπικά πιστεύω ότι μια κοινωνία αρχίζει να χάνει την ισορροπία της όταν ορισμένες απόψεις θεωρούνται αυτομάτως αποδεκτές και άλλες αυτομάτως απαγορευμένες. Όταν κάποιοι αισθάνονται ότι μπορούν να χλευάζουν τις πεποιθήσεις των άλλων χωρίς συνέπειες, ενώ οι υπόλοιποι φοβούνται ακόμη και να εκφράσουν τη διαφωνία τους μήπως χαρακτηριστούν.
Ο σεβασμός προς τη διαφορετικότητα δεν μπορεί να σημαίνει περιφρόνηση προς την πίστη. Ο σεβασμός προς μια μειονότητα δεν μπορεί να σημαίνει σιωπή απέναντι σε συμπεριφορές που ενοχλούν ή προσβάλλουν άλλους ανθρώπους.
Δεν αμφισβητώ τους αγώνες που δόθηκαν. Δεν αμφισβητώ τις αδικίες που υπήρξαν. Δεν αμφισβητώ το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζήσει όπως επιλέγει.
Αμφισβητώ όμως την ιδέα ότι οποιαδήποτε συμπεριφορά πρέπει να μένει στο απυρόβλητο μόνο και μόνο επειδή προέρχεται από μια ομάδα που κάποτε υπήρξε θύμα διακρίσεων.
Η δημοκρατία δεν λειτουργεί έτσι.
Η ελευθερία δεν λειτουργεί έτσι.
Και ο σεβασμός, αν θέλει να παραμείνει πραγματικός, δεν μπορεί να ισχύει μόνο προς μία κατεύθυνση.
Οι άνθρωποι που πριν από δεκαετίες ζητούσαν την ελευθερία τους, σε μεγάλο βαθμό την κατέκτησαν.
Το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν την έχουν.
Το ερώτημα είναι τι επιλέγουν να κάνουν με αυτήν.

